Σωτήρης Δημητρίου

Γενικά

Βιογραφικό

Ο συγγραφέας Σωτήρης Δημητρίου

Βιογραφικό σημείωμα
Ο συγγραφέας Σωτήρης Δημητρίου
Ο Σωτήρης Δημητρίου γεννήθηκε το 1955 στον Αμπελώνα (Πόβλα) της Θεσπρωτίας.
Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.


Εργογραφία

Ψηλαφήσεις, ποιήματα, Αθήνα, Δωδώνη, 1985. Σελ 30

Ντιάλιθ' ιμ, Χριστάκη, διηγήματα, Αθήνα, Ύψιλον, 1987, 2η έκδ. Αθήνα, Κέδρος, 1990, 4η έκδ. 1998. Σελ. 91 ISBN: 960-04-0332-5

Ενα παιδί από τη Θεσσαλονίκη, διηγήματα, Αθήνα, Κέδρος, 1989, 4η έκδ. 1998.
Σελ. 114. ISBN: 960-04-0174-8

Ν' ακούω καλά τ' όνομά σου, μυθιστόρημα, Αθήνα, Κέδρος, 1993, 9η έκδ. 1998.
Σελ. 117. ISBN: 960-04-0790-8.

Η φλέβα του λαιμού, διηγήματα, Αθήνα, Πατάκης, 1998, 4η έκδ. 1999. Βραβείο Διηγήματος περιοδικού "διαβάζω" 1999. Σελ. 125. ISBN: 960-600-775-8

Η βραδυπορία του καλού, διηγήματα, Αθήνα, Πατάκης, 2001, Σελ. 137. ISBN:960-16-0201-1.

Τους τα λέει ο Θεός, μυθιστόρημα, Αθήνα, Μεταίχμιο, 2002 Σελ. 176. ISBN:960-375-458-7.

 


Μεταφράσεις:

Στα Αγγλικά:

1. Woof, Woof Dear Lord and other stories. [tr.by]: Leo Marshall. Athens: Kedros, 1995. 111pp. ISBN: 960-04-0913-7

2. May Your Name Be Blessed. [tr.by]: Leo Marshall. University of Birmingham: Centre For Byzantine, Ottoman & Modern Greek Studies, 2000. 86pp. ISBN: 070-4421-89-5


Στα Γερμανικά:

Lass es dir gut gehen. [tr.by]: Birgit Hildebrand. Koln: Romiosini, 1998. 107pp ISBN: 3-929889-20-X

Στα Ολλανδικά

"Het ga je goed, Dimitris" [tr.by]: Hero Hokwerda. Eironingen, Styx Reblications 2000 Σελ. 63.ISBN:90-5693-043-5


Ο Συγγραφέας Σωτήρης Δημητρίου

Δεξιοτέχνης της σύντομης φόρμας ο Σωτήρης Δημητρίου καταλαμβάνει μια ιδιαίτερη θέση στην ελληνική πεζογραφία των τελευταίων ετών. Ηδη ώριμος, πρωτοεμφανίζεται, το 1987, με τη συλλογή διηγημάτων Ντιάλιθ' ιμ, Χριστάκη και συνεχίζει, διευρύνοντας μεθοδικά τη θεματική περιοχή του, με μια δεύτερη συλλογή, το 1989, Ενα παιδί απ' τη Θεσσαλονίκη, και μια τρίτη, το 1998, Η Φλέβα του λαιμού. Ο Σωτήρης Δημητρίου σκιαγραφεί παρίες της Αθήνας. τους εξοστρακισμένους της εσωτερικής μετανάστευσης που κυριάρχησε στις μεταπολεμικές δεκαετίες. Ενας κόσμος στέρησης και δυστυχίας ζωντανεύει στα διηγήματα, με ήρωες απόκληρους και σαλεμένους.
Αφαιρετικά, χωρίς το φόρτο των ερμηνευτικών σχολίων, ο Σωτήρης Δημητρίου αναζητεί τα δυσδιάκριτα όρια παθολογικού και φυσιολογικού. Στα πρώτα διηγήματα, φαίνεται να θέλγεται από ακραίες παθολογικές καταστάσεις, εκ γενετής διαμορφωμένες, ενώ, στα πλέον πρόσφατα, περιγράφει τις διαταραχές που δημιουργούν και επιτείνουν οικογενειακός και κοινωνικός περίγυρος. Σαδομαζοχιστικές σχέσεις, που συχνά καταλήγουν σε επιθανάτιο εναγκαλισμό, αποδίδονται χωρίς δραματική φόρτιση, με έναν υφέρποντα ερωτισμό.
Παρόμοιοι χαρακτήρες ανθίστανται και δεν πλάθονται εύκολα, ιδίως μέσα στα στενά όρια που επιβάλλει το διήγημα. Η αρτίωση τους συνιστά τον άθλο της μορφής. Ο Σωτήρης Δημητρίου αποδίδει αυτούς τους ανθρώπινους τύπους παρακολουθώντας τη δική τους πλάγια οπτική γωνία, στην οποία αντιπαραθέτει την προοπτική του αφηγητή. Κατά κανόνα, το διήγημα ανοίγει συνοψίζοντας επιγραμματικά την ιδιότροπη φύση του ήρωα και τα δεινά του. Οπως στις ιστορίες συχνά συμπυκνώνεται η διάρκεια μιας ζωής, τα χρονικά περάσματα υποβοηθούνται με κάποιο θυμόσοφο απόφθεγμα. Οι διάλογοι περιορίζονται σε στιχομυθίες σπαρμένες μέσα στην αφήγηση, η οποία άλλοτε περιγράφει με κοφτές εντυπωτικές φράσεις κι άλλοτε καταφεύγει στην παρατακτική αναφορά.
Ωστόσο, οι ήρωες του Σωτήρης Δημητρίου ολοκληρώνονται ως φορείς της ντοπιολαλιάς που τους έθρεψε. Από τη Μουργκάνα Θεσπρωτίας ο συγγραφέας διασώζει στους διαλόγους των διηγημάτων το γλωσσικό ιδίωμα της περιοχής του, γεμάτο ποιητικές μεταφορές και παρομοιώσεις. Αυτός ο λεκτικός πλούτος γονιμοποίησε κυρίως το μυθιστόρημα Ν' ακούω καλά τ' όνομα σου, το οποίο εκδίδει ο Σωτήρης Δημητρίου, το 1993. Πεζογράφημα που μοιράζεται σε τρεις φωνές και κινείται σε διαφορετικούς, επάλληλους χρόνους. Η ιστορία της ανάβασης εννέα γυναικών και των παιδιών τους, από τη Θεσπρωτία στο Αργυρόκαστρο, χειμώνα 1944, σε απελπισμένη αναζήτηση μέσων επιβίωσης. Αφηγήτριες, δυο αδελφές, μικρά παιδιά τότε, που βρέθηκαν ένθεν και ένθεν των ελληνοαλβανικών συνόρων, όταν αυτά έκλεισαν αμετάκλητα, διακόπτοντας οποιαδήποτε μεταξύ τους επικοινωνία.
Αν και ελληνοκεντρικό το συγγραφικό σύμπαν του Σωτήρης Δημητρίου και ιδιωματική η γλώσσα του, μεταφραστικά ευτύχησε, αποσπώντας το ενδιαφέρον ενός ευρύτερου, ευρωπαϊκού αναγνωστικού κοινού. Πιθανώς και γιατί, τελικά, τόσο τα διηγήματα όσο και το μυθιστόρημα επικεντρώνονται στο δράμα ενός προσώπου για να απεικονίσουν με παραστατικότητα το αίσθημα της αδυναμίας και τη μοναξιά ταπεινών και αποβλήτων.

Μάρη Θεοδοσοπούλου
Κριτικός Λογοτεχνίας


top
 


Τι έγραψε ο Τύπος για τα βιβλία του
Σωτήρη Δημητρίου
(αποσπάσματα από κριτικές)

Ντιάλιθ' ιμ, Χριστάκη, διηγήματα, Αθήνα, Ύψιλον, 1987.
Αθήνα, Κέδρος, 1990. Σελ. 91 ISBN: 960-04-0332-5

Στο βιβλίο αυτό, διδακτικό για τους πεζογράφους, αποκαθιστά την παρεξηγημένη έννοια του αφηγηματικού νεορεαλισμού και απαλλάσσοντας τη νεοελληνική ζωή από την ευτέλεια και την ασημαντότητά της αποδίδει τον αδρό, έντονο κραδασμό του σφιχτού ψυχισμού των Ελλήνων. Ο Σ.Δ. με μια λιτή, φτωχή γραφή κατορθώνει να απελευθερώσει τον αβάσταχτα γοερό τρόπο που έχει ο Ελληνας να ζει τις συμφορές του και αποκαλύπτει αυτό που συνιστά την ουσιαστική υφή της λογοτεχνίας, αλλά και της εθνικής μας συγκίνησης: την τραγικότητα. Η θεματική λοιπόν επιλογή της δυστυχίας, ως σταθερής ανθρώπινης κατάστασης, ασφαλώς, δεν είναι εξεζητημένη, αλλά ούτε υπαγορεύεται από κάποιο ιδιαίτερο καταθλιπτικό κίνητρο του αφηγητή.

Γιώργος Χειμωνάς
Συγγραφέας
Εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 3-1-1988


Ντιάλιθ'ιμ, Χριστάκη

Χωρίς υπερβολή κρύβεται ένας μικρός θησαυρός πίσω από τον τίτλο αυτόν που δεν είναι παρά η φράση από ένα αρβανίτικο νανούρισμα μαζί με το όνομα αυτού που νανουρίζεται. Ο Σωτήρης Δημητρίου γεννήθηκε στην Ηπειρο, στην Πόβλα Θεσπρωτίας και μεγάλωσε στην Ηγουμενίτσα, Φέρνει ακούσματα παρόμοια μέσα του. Το σπουδαιότερο, κουβαλάει και καταθέτει τον ταραγμένο ψυχισμό ενός κόσμου κάποιων περιοχών, που είτε βρέθηκε ξεριζωμένος σε τόπους εχθρικούς προς αυτόν είτε πάλευε να επιζήσει μέσα στη σκληρότητα των δικών του τόπων.
Οι ήρωες του Σωτήρη Δημητρίου δεν ανήκουν ποτέ στη λεγόμενη εύτακτη κοινωνική πραγματικότητα, αυτή που ορίζει και ορίζεται από νόρμες κανόνες και προκαθορισμένους ρόλους. Παλεύουν με νύχια και δόντια να διασώσουν το προσωπικό τους πάθος, ό,τι ορίζει το ένστικτό τους, πάντα σωματικοί και ποτέ διανοητικοί, έτοιμοι να καταστραφούν και να καταστρέψουν. Ανθρωποι της οδύνης που ξεπερνούν τα όρια, γι' αυτό κατακριτέοι και δαχτυλοδεικτούμενοι. Ανθρωποι της πιο μεγάλης μοναξιάς, αυτή που γεννάει η εκτός κοινωνίας συμπεριφορά. Ανθρωποι που σου κόβουν την ανάσα καθώς παρακολουθείς την αγωνία και την απελπισία τους, αλλά και τη δύναμη να φτάνουν μέχρι τον πάτο. Κι όλα αυτά, δοσμένα με μια απαράμιλλη αμεσότητα, με μια γλώσσα κοφτή, ρωμαλέα και μια περιγραφή που δεν καταναλώνεται σε άσκοπες λεπτομέρειες αλλά γνωρίζει να αφήνει στον αναγνώστη τα περιθώρια να νιώθει και να συμπληρώνει τη δική του ιστορία.

Έλενα Χουζούρη
Ποιήτρια, κριτικός λογοτεχνίας
Περιοδικό ΕΝΑ, 7-11-1990


Ντιάλιθ' ιμ, Χριστάκη

Το "Ντιάλιθ' ιμ, Χριστάκη" του γενικού τίτλου, είν' η τραγική ιστορία νεαρής Αρβανίτισσας που παντρεύεται Ηπειρώτη φούρναρη, ενώ δεν τη θέλει η οικογένειά του. Υφίσταται τα πάνδεινα κι όταν γεννάει παιδί, αυτό βγαίνει άρρωστο, μογγολικό. Θα της πεθάνει, κι αυτή θα ξεσπάσει στον τάφο του "σε λόγια αγάπης, αναθέματα, νανουρίσματα", στ' αρβανίτικα: Παιδάκι μου, Χριστάκη.
Στο τέλος, "βρήκαν τρόπο και την έβαλαν σε ίδρυμα". Αδιέξοδα και άλλα διηγήματα, τελειώνουν με εγκλεισμούς σε ιδρύματα κι αυτά ή μ' αυτοκτονίες. Ακόμα κι ορισμένα, γεμάτα έντονο ερωτισμό, εμπεριέχουν το δηλητήριο, την απελπισία, τη σκιά του θανάτου - μια χρεοκοπία των πάντων.
Το σπουδαίο, ωστόσο, με τον Δημητρίου είναι η γραφή του. Ασθμαίνουσα, καλπάζουσα, "σωματική" βγαίνει από σπλάχνα κι αγγίζει κατευθείαν τα σπλάχνα. Κι ο λόγος κοφτός, άμεσος, μεστός, απέριττος, ρέων, πλούσιος στη λιτότητά του. Σημειώνουμε λοιπόν το όνομα - και περιμένουμε τη συνέχεια.

Κώστας Σταματίου
Κριτικός λογοτεχνίας
Εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, 16-1-1988


Ν' ακούω καλά τ' όνομά σου
,
μυθιστόρημα, Αθήνα, Κέδρος, 1993 Σελ. 117.
ISBN: 960-04-0790-8

Σύντομες αφηγήσεις, έμφαση στο διάλογο, μικρή φράση, παρατακτική σύνταξη, εμμονή στο ρήμα και στο ουσιαστικό. Ο Σωτήρης Δημητρίου εφαρμόζει κλαδικά χαρακτηριστικά της προφορικής λαϊκής αφήγησης  το ιδιαίτερο ωστόσο στη γλώσσα του είναι ότι χρησιμοποιεί κατά κόρον το τοπικό ιδίωμα της Ηπείρου - λέξεις, εκφράσεις, σύνταξη - χωρίς ωστόσο να κουράζει.

Ελισάβετ Κοτζιά
Κριτικός λογοτεχνίας
Εφημ. Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 21-11-1993


Ν' ακούω καλά τ' όνομά σου

Το βιβλίο, παρότι δύσβατο λόγω των πολλών ιδιωματικών λέξεων, διαβάζεται μονορούφι. Ωρες ώρες, η μουσικότητα της ηπειρώτικης λαλιάς το κάνει ν' ακούγεται σαν δημοτικό τραγούδι. Ο Σ. Δ. κατορθώνει να κρατήσει χαμηλά τους συγκινησιακούς τόνους, να αποφύγει το μελό, τα συναισθήματα ακούγονται υπόκωφα, βαριά, ξεπροβάλλουν ανάγλυφα. κυριαρχεί στο γλωσσικό υλικό του, υποδύεται πειστικά τους ήρωές του. Είναι άλλωστε δοκιμασμένος ρεαλιστής.
Ο Σ.Δ. μας ξαναδείχνει τη δύναμή του, να κατεβαίνει, απλός και στέρεος, στα βάθη των πρωταρχικών συναισθημάτων, και επιπλέον δείχνει ότι τώρα τα φτερά του μπορούν να τον πάνε ακόμη πιο ψηλά, πιο μακριά.

Νίκος Ξυδάκης
Δημοσιογράφος
Περιοδικό ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ


Ν' ακούω καλά τ' όνομά σου

Ιδού τώρα το νέο μυθιστόρημα του Σωτήρη Δημητρίου "Ν' ακούω καλά τ' όνομά σου". Δεν θα μείνω στις καθαρά λογοτεχνικές του αρετές, αν και νομίζω ότι χτυπάει φλέβα που μόνο ανάλογό της είναι το "Ημερολόγιο ενός Αιχμαλώτου" του Στρατή Δούκα.
Επισημαίνω την τόλμη του συγγραφέα να γράψει ένα ολόκληρο μυθιστόρημα σε ιδίωμα, στο ιδίωμα της Βορείου Ηπείρου. Πρόκειται για έναν γλωσσικό θησαυρό σπάνιο και συνταρακτικό στην αποκαλυπτικότητά του. Πρόκειται για μια σωματική, απτή, θερμή και ταυτόχρονα ακριβή γλώσσα χωρίς "λογοτεχνισμούς" και συναισθηματικές "φορτίσεις".

Κώστας Γεωργουσόπουλος
Θεατρολόγος, κριτικός Θεάτρου
Εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, 17-12-1993


top


Η φλέβα του λαιμού
διηγήματα. Αθήνα, Πατάκης, 1998
Σελ. 125. ISBN: 960-600-775-8

ΒΡΑΒΕΙΟ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ "ΔΙΑΒΑΖΩ" 1999

Ο Δημητρίου ξεκινώντας με το "Ντιάλιθ' ιμ. Χριστάκη", αυτοσυστήθηκε σαν ξένος που δεν αστειεύεται. Σε κάθε του σελίδα, ο αναγνώστης είχε την ευεργετική αυταπάτη ότι "έτσι μιλάει η ζωή". Είχε μείνει αχάλαστος από μοντέρνα διαβάσματα; Είχε νηστέψει την παχυλή βλακεία της πόλης; Τίποτα δεν αποκλείεται. Το αποτέλεσμα παραήταν σοβαρό για να επιτρέψει εύκολες εξηγήσεις. Κι εδώ τώρα, με "Τη φλέβα του λαιμού". παρά τα σύντομα διηγήματα, ο συγγραφέας φαίνεται πως έχει συναντηθεί για τα καλά με τον εαυτό του. Ο Δημητρίου δεν φοβάται το θέμα, το μάκρος, ακόμα και την προχειρότητα. Ο,τι κι αν γράψει, έχει τη σφραγίδα του ανθρώπου που κάποτε είδε ένα βαρύ όνειρο κι από τότε δεν το ξέχασε. Στην όποια φράσης: "Ήταν έκθετος. Λες και δεν τον χώριζε απ' τους άλλους δέρμα, σπαρταρούσε η ψυχή του στην παραμικρή νύξη, στο ελάχιστο κοίταγμα", το στοιχείο που αναδεικνύεται είναι ξένο για μας, λες και ο αφηγητής ποτίζει τις προτάσεις του με έναν δικής του επινοήσεως ορό αληθείας. Κανείς δεν λέει σήμερα "μια λυγερή γυναικά, ούτε νέα ούτε περασμένη", κι όμως ο νους είναι έτοιμος για τέτοια λόγια. Αποκλείεται να βρεθεί αναγνώστης που θα διαβάσει αυτό το βιβλίο και δεν θα νιώσει ότι ο Δημητρίου έχει το Θεό μπάρμπα.

Κωστής Παπαγιώργης
Συγγραφέας, δοκιμιογράφος
Περιοδικό ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ


Η φλέβα του λαιμού

Εξαιρετική περίπτωση μεταξύ των νεότερων πεζογράφων θεωρείται από πολλούς στον χώρο της λογοτεχνίας αλλά και από σημαντική μερίδα του Τύπου ο Σωτήρης Δημητρίου. Η τρίτη συλλογή διηγημάτων του, 11 χρόνια μετά το "Ντιάλιθ' ιμ, Χριστάκη", την πρώτη συλλογή, και πέντε από το μυθιστόρημα "Ν' ακούω καλά τ' όνομά σου", προσφέρεται για μια συζήτηση της περίπτωσης ως ιδιάζουσας ή και ως εξαίρετης.
Και στην πρόσφατη συλλογή διηγημάτων ο καμβάς στον οποίο κατ' εξοχήν "κεντάει" ο Σ. Δημητρίου είναι η απόκλιση. το νοσηρό κεντρωμένο στον ερωτικό ομφαλό του. Σε αντίθεση όμως με τα παλαιότερα, τα καινούργια διηγήματα απλώνονται στο ερωτικό φάσμα. Στις ιστορίες που πρωταγωνιστεί ο αφηγητής υπάρχει η ερωτική έλξη για κάποιες ποθητές γυναίκες, αν και πάντα συνοδεύεται από τάσεις φυγής. Σε άλλα διηγήματα σκιρτά ο ακραίος αισθησιασμός μιας ομοφυλόφιλης επαφής ή ακόμη η άγρια σεξουαλική επιθυμία που δημιουργεί το απαγορευμένο της αιμομικτικής αλλά και κάθε λαθραίας σχέσης. Ακόμη και στα βιαιότερα διηγήματα παρεμβαίνει η ερωτική διέγερση. Οσο για τις νύξεις τρυφερότητας μένουν απροσδόκητες όσο και καθοριστικές της εντύπωσης.
Με όσα ακροθιγώς σχολιάσαμε η τρίτη συλλογή φαίνεται να συμφωνεί με το προηγούμενο έργο ως προς το εξαιρετικό της περίπτωσης του Σ. Δημητρίου. Και το θεματικό τόξο παραμένει σε μια ιδιάζουσα περιοχή και ο συγγραφέας επιβεβαιώνει ότι είναι ένας γερός διηγηματογράφος.

Μάρη Θεοδοσοπούλου
Κριτικός λογοτεχνίας
Εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 31-1-1999


Η φλέβα του λαιμού

Γλώσσα λιτή, να βαραίνει από το ανείπωτο. ένα στακάτο που σου κόβει την ανάσα: ο ρυθμός της ζωής. Καμιά καλλιέπεια εδώ, κανένα φτιασίδι: σχέσεις, συναισθήματα, παρορμήσεις διακηρύσσουν τη επιτακτική τους ωμότητα. Η γλύκα και ο πόνος της ύπαρξης, το σκοτάδι και τα λίγα της ξέφωτα, ο έρωτας και η απουσία του, ο ερωτισμός και η ανάγκη του, η μητρική αγάπη, η συμπόνια, η σκληρότητα. Τα γηρατειά, η αναπηρία, η ψυχική διαταραχή, η τρέλα. Η ξενιτιά, ο αποχωρισμός, η μοναξιά.
Ο Σ.Δ. δεν χάιδεψε ποτέ τον αναγνώστη του, δεν τον κολάκεψε, δεν τον άφησε να εφησυχάσει. Του το οφείλουμε αυτό, σαν μια πραγματική χειρονομία αναγνώρισης της λογοτεχνικής ευθύνης.

Κατερίνα Σχινά
Δημοσιογράφος
Εφημ. Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 13-12-1998


Η φλέβα του λαιμού

Η δυνατή γραφή του Δημητρίου εμπιστεύεται φρόνιμα τα όρια της ιστορίας που αναλαμβάνει να εκθέσει και δεν τη ζορίζει ούτε τη χαλαρώνει με λογοτεχνίζουσες παρεκβάσεις για να της δώσει κάποιον επιδερμικό συμβολικό χαρακτήρα. Τα πιο ρωμαλέα διηγήματά του κατορθώνουν μέσα σε μικρότατο χώρο να ανασκάψουν δυσπρόσιτα και δυσερμήνευτα ψυχικά πεδία και να αποκαλύψουν - με λόγο που επιλέγει να μείνει ήρεμος, σχεδόν εξωτερικός, ώστε να αποδώσει ευθύτερα το δράμα και με πειστική ζωηρότητα.
Οι άνθρωποι του βιβλίου δεν μένουν σκιές ή τύποι, ακριβώς επειδή όσο καταπονημένοι κι αν είναι, δεν είναι ποτέ εξουθενωμένοι και μηδενισμένοι αλλά σώζουν μέσα τους τη δυνατότητα να ξεφεύγουν από τον επιδικασμένο ρόλο τους. Όσο κι αν έχουν λυπηθεί, λύνουν τα μάγια της κακίας και της μισανθρωπίας στην οποία θα μπορούσαν (ευλόγως) να προσχωρήσουν και πληθαίνουν ψυχικά δωρίζοντας ό,τι ακριβώς τους λείπει: την αγάπη, ακόμη και την αυτοθυσιαστική αγάπη. Τον πλούτο της φτώχειας, αυτόν τιμούν οι διηγήσεις του Σωτήρη Δημητρίου. Και τον τιμούν δίχως να υπερβάλλουν ιδεολογικά και δίχως τα ψιμύθια της ρητορείας.

Παντελής Μπουκάλας
Ποιητής, κριτικός λογοτεχνίας
Εφημ. Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 26-1-1999


Η φλέβα του λαιμού

Η Φλέβα το λαιμού του Σωτήρη Δημητρίου, για το ατόφιο αφηγηματικό αποτέλεσμα των έξι πρώτων διηγημάτων. Για εκείνη την αυθεντικότητα που είναι αποτέλεσμα μιας μορφής αφηγηματικού πρωτογονισμού. Επειδή ο Δημητρίου κατορθώνει να διατηρεί μιαν αμεσότητα που αποπνέει γνήσια λαϊκότητα. Και επειδή η αμεσότητα αυτή στην προσέγγιση, στο ύφος και στον τόνο αντιστοιχεί σε μια ζοφερή νεορεαλιστική θεματική, η οποία συνήθως διεκπεραιώνεται από τους πεζογράφους με μιαν αφήγηση περίτεχνη, ψυχογραφική, μαιανδρική, προγραμματικά αδιέξοδη.
Η γοητεία της αφήγησης του Δημητρίου απορρέει από την εντύπωση του ανεπεξέργαστου. Οι ιστορίες του, οι χαρακτήρες του, όλα δίνουν την εντύπωση ενός αφηγηματικού υλικού που δίνεται ακατέργαστο.
Υπάρχει μια αμεσότητα, μια καίρια οριακή λιτότητα που δίνει αυτό ακριβώς που ζητάει η ιστορία ή η προσωπογραφία. Ο αναγνώστης αισθάνεται μια δύναμη ζωική, βουβή, αδυσώπητη, που απλώς εκδηλώνεται μέσω της αφήγησης, αλλά είναι σίγουρος πως υπάρχει πέρα από αυτήν. Μπροστά σε μια τέτοια αφηγηματική τέχνη ή, πιο σωστά, μπροστά ένα τέτοιο αφηγηματικό ένστικτο - γιατί αισθάνεται κανείς ντροπή όταν χαρακτηρίζει απλώς ως τέχνη αυτό το είδος της "πρωτόπλαστης" έκφρασης συναισθημάτων - η κριτική νιώθει αμήχανη: οποιαδήποτε ανάλυση, όσο ακριβής αλλά και διακριτική και αν είναι, δεν μπορεί να αποφύγει τον σχολαστικισμό.
Βρισκόμαστε μπροστά σε μιαν αφήγηση που επιβάλλεται όπως ένα συγκλονιστικό φυσικό φαινόμενο που ακόμη και όταν είναι καταστρεπτικό, τη στιγμή που σε εκμηδενίζει προλαβαίνεις, έστω και για ένα κλάσμα δευτερολέπτου, να μείνεις εκστατικός μπροστά σε αυτό, και έτσι μπορείς να νιώσεις και μια έκσταση που πιστεύεις πως σε αφορά, ότι είναι δική σου- και είναι δική σου αφού εκείνη τη στιγμή σε αφανίζει.

Βαγγέλης Αθανασόπουλος
Καθηγητής Παν/μίου Αθηνών
Περιοδικό ΔΙΑΒΑΖΩ, Νο 398, 7-8/1998


Η φλέβα του λαιμού

Και στη νέα συλλογή διηγημάτων του, Η φλέβα του λαιμού (Πατάκης), ο Σωτήρης Δημητρίου αντλεί από τις ίδιες θεματικές δεξαμενές όπως και στις προηγούμενες συλλογές του (Ντιάλιθ΄ιμ Χριστάκη, 1987, Ένα παιδί απ' τη Θεσσαλονίκη, 1989).
Οι ήρωές του προέρχονται από τα κράσπεδα της κοινωνικής πυραμίδας ή από τα ναυάγια της ιστορίας. Ο αφηγητής περιφέρεται άλλοτε σε υποβαθμισμένες γειτονιές της πρωτεύουσας κι άλλοτε σε παραμεθόρια ρημαγμένα χωριά. Και στις δύο περιπτώσεις με ορθάνοιχτα αυτιά. Καλύτερα: ο συγγραφέας τρυγάει από στόμα προσώπων αποσιωπημένα ιδιώματα (κυρίως αρβανίτικα ή ρομ), όπως αυτά συμφύονται στη γλωσσική βαβέλ της μεγαλούπολης.
Αν και ο συγγραφέας συνήθως ακολουθεί την παραδοσιακή τεχνική του παντόπτη αφηγητή, εντούτοις δεν αντιμετωπίζει τους χαρακτήρες των ιστοριών του από απόσταση. Θεωρώντας τους σάρκα εκ της σαρκός του, συμπάσχει μαζί τους και, το κυριότερο, εκφράζεται όπως εκείνοι. Κι αυτή η ψυχική επαφή, που αναπόφευκτα μεταμορφώνεται και σε γλωσσική, σφραγίζει τον ιδιότυπο ρεαλισμό του Δημητρίου.
Στα δεκαοκτώ διηγήματα, που απαρτίζουν τον τόμο, ο αναγνώστης νιώθει μια συναισθηματική πίεση. πρόκειται για την ανυποχώρητη ανάγκη των υπεράριθμων της ζωής να υπερασπιστούν τη γλωσσική τους ετερότητα ως έσχατο δικαίωμα ένταξης σ' έναν κόσμο βάναυσο και αφιλόξενο.

Μισέλ Φάις
Συγγραφέας, κριτικός λογοτεχνίας
Περιοδικό ΔΙΑΒΑΖΩ Νο 398, 7-8/1998
 

top



Διήγημα: "Η φλέβα του λαιμού"
Από το βιβλίο Η φλέβα του λαιμού,
Αθήνα, Πατάκης, 1999.

ΠΩΣ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙ η λύπη; Τι να πρωτοφυλάξεις; Θυμάσαι να γελάσεις κι αυτή παραφυλάει στο βλέμμα, στις άκρες των χειλιών, στους ώμους.
Οταν γνωρίστηκαν, ανταποκρίθηκε αμέσως, χωρίς τεχνάσματα και άλλες σκέψεις. Πάντα περιποιημένη και γελαστή, πάντα το κεφάλι ψηλά. Ήταν αξιοθαύμαστο το πώς έκρυβε την πληγή της. Εκεί όπου άλλος θα σήκωνε τα χέρια ψηλά, αυτή ζούσε καλά, και μάλιστα με το γέλιο να μην της λείπει.
Αυτός δεν ένιωσε αγάπη, ψυχική επαφή. Μάλλον το κατάλαβε, γιατί όταν ήταν σ' αυτήν τη αμήχανη κατάσταση, του γέλαγε παρηγορητικά, χωρίς λόγο, σαν να του 'λεγε "ε, και;" Αυτή η αδιαφορία την χαρακτήριζε ακόμα και στην αναποδιά, στον κακό τρόπο του άλλου. Βιάστηκε να της πει τα δικά του, κι αυτή, καθόλου κοροϊδευτικά, απόρησε με την βαρύτητα που τους προσέδιδε. Δεν πειράχτηκε. Η φωνή της, το βλέμμα της, η κίνησή της, όλα απέπνεαν ντομπροσύνη άπαθου, νέου άντρα.
Μάταια περίμενε, την πρώτη φορά που έκαναν έρωτα, το δυνατό ζευγάρωμα, την ιδιαίτερη γλύκα. Οδηγούσε αυτός στην συνηθισμένη ροή κι αυτή σαν να 'θελε να ξεμπερδεύουν γρήγορα.
Αλλά μετά έγινε ένα παραπονεμένο παιδάκι, που επιτέλους εδέησε να το πάρει αγκαλιά η μάνα του μετά τον τσακωμό. Στιγμούλα δεν έμεινε ακίνητη. Μπερδευόταν στο σώμα του, έπαιζε με τα άκρα του, αλλά χάδια ιδιαίτερα, που προϋπέθεταν αμοιβαία αγάπη, δεν μετήλθε. Η μόνη στιγμή αδυναμίας της ήταν που κάθε λίγο πίεζε το μέτωπό της στο δικό του, με τρόπο αναγκαστικό, σαν να 'θελε κάτι να της μεταδοθεί από μιαν άλλη ζωή.
Οταν ξαναπήγε στο σπίτι της, τον ξένισαν κάτι ασθενικές κραυγές από το δωμάτιο στο βάθος του διαδρόμου Σηκώθηκε απαλά, τον καθησύχασε και κατευθύνθηκε στο δωμάτιο. Την άκουγε να μιλά πολλή ώρα, πολύ τρυφερά.
Ηρθε κοντά του χαμογελαστή, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.
"Τι είναι;" της λέει.
"Δεν σου το'πα. Έχω μια κόρη, η κόρη μου. Θες να την δεις; Ελα" και χωρίς να περιμένει συγκατάθεση τον τράβηξε από το χέρι.
Χτυποκάρδισε. Είδε ένα πλάσμα κάτασπρο, με απισχνασμένα στρεβλά πόδια και χέρια, παρά ταύτα με σχηματισμένα στήθη. Αλλά εκείνο που τον τρόμαξε ήταν πως πάνω σο δύσμορφο πρόσωπο ήταν μονίμως χαραγμένη μια απόπειρα για χαμόγελο.
Το κορίτσι τον ανίχνευε ανήσυχο, με κατευθείαν σταθερό κοίταγμα στα μάτια του. Ενιωσε έντονη τάση να βγει έξω, αλλά τότε συνειδητοποίησε την δύναμη αυτής της γυναικός.
Πρώτη του φορά είδε τόσο σοβαρή και αποτελεσματική τρυφερότητα. Είχε δε ο τρόπος της θαυμασμό, υπερηφάνεια, παιγνίδισμα. Ποιος ξέρει με τι μάτια έβλεπε την κόρη της η φτωχή γυναίκα. Κάθε κίνηση και κάθε κουβέντα ήταν ευγενείς μαλάξεις στην ψυχή εκείνου του πλάσματος, που αφαιρούσαν φόβο και ανησυχία. Αγάλια αγάλια ο τρόπος της έκανε το κορίτσι ν' ανθίσει. Η στεγνή πέτσα τεντώθηκε κι άλλο, ελευθερώνοντας όλα τα δόντια. Γλύκανε η καρδιά του, λες και στεφάνωσε εκείνο το πρόσωπο μια μυστική δύναμη.
Κοιμήθηκε και ξαναγυρίσανε στο δωμάτιό της.
"Τρία χρόνια αφότου γεννήθηκε, δεν σταμάτησε το κλάμα της γέννας. Δεν ήταν κλάμα εκείνο. Ηταν θρήνος μάνας που χάνει τον μονάκριβο γιο της. Το ίδιο κλάμα τρία χρόνια. Νύχτα μέρα, με βροχή και ήλιο. Σαν να μας έστελνε μήνυμα, κλείστε μου στόμα και μύτη αν θέλετε να μην κλαίω, και θα πάψω για πάντα. Ο άντρας μου δεν άντεξε. Εφυγε έναν χρόνο μετά. Δεν του το κρατάω. Εξάλλου, πολύ αχνά τον θυμάμαι. Ο Θεός κι η ψυχή του.
"Σταμάτησε το κλάμα, αλλά τότε το πρόσωπό της πέτρωσε σε μια εχθρική μάσκα. Το μόνο ανθρώπινο αίσθημα που αναγνώριζα στα μάτια της ήταν έχθρα, έχθρα, έχθρα. Δεν έπεσα. Δεν είχε χέρια, είχα εγώ. πόδια εγώ, φωνή εγώ. Δεν είχε αγάπη, είχα εγώ τετραπλή.
"Μια μέρα ευλογημένη, στα πέντε της ήτανε, έμπαινε το καλοκαίρι, μου έστειλε ένα χαμόγελο. Ηταν χαμόγελο, με αναγνώρισε. Τρελάθηκα απ' την χαρά μου. Δεν ξέρω αν μπορείς να με νιώσεις, μάλλον δεν μπορείς. Εκείνο το χαμόγελο έγινε ο σκοπός της ζωής μου. Με έτρεφε και το έτρεφα. Και τι δεν επινόησα. Ως και την χαρά και την γαλήνη επινόησα, γιατί όταν ήμουν ξένοιαστη χαμογελούσε πιο εύκολα.
"Μόλις την έβλεπα να μου χαμογελά, έκλαιγα απ' την χαρά μου, κι όσο εγώ έκλαιγα, τόσο εκείνη μου χαμογελούσε - νικήσαμε, Ερη μου, νικήσαμε, της έλεγα".
Εφυγε καταπτοημένος.
Αποφάσισε να μην ξαναπάει, αλλά τις επόμενες μέρες την σκεφτόταν συνέχεια.
Πήγε ένα βράδυ απρόσκλητος.
"Σε περίμενα" του λέει. "Σε περιμένω εδώ και λίγα χρόνια. Όταν γνωριστήκαμε ένιωσα αμέσως ότι ήσουν εσύ. Η λύπη σου; Η παραίτησή σου; Η αδιαφορία σου; Δεν ξέρω τι, πάντως ήσουν εσύ".
Πήγαν στο δωμάτιο της κόρης της. Πήρε το χέρι του και το απόθεσε σ' εκείνο το άσπρο, μεγάλο μέτωπο.
"Κάν' το μου αυτό" του είπε.
Το μέτωπό της έκαιγε, ρίγησε στο άγγιγμά του, αμέσως το 'νιωσε. Κατόπιν η μητέρα του μετακίνησε το χέρι στον λαιμό. Παντού φλόγα. Εκείνο το μάρμαρο το χωρίς ήλιο είναι άξιο απορίας πόση φωτιά είχε. Η φλέβα του λαιμού δεν χτυπούσε, χόρευε άτσαλα, δαιμονιωδώς. Όλη η κίνηση, που στερήθηκε εκείνο το σώμα, λες και φορτώθηκε σ' εκείνη την φλέβα.
Το χαμόγελό της χάθηκε. Στύλωσε τα μάτια στα δικά του, γεμάτα πανικό, περιέργεια, προσδοκία. Μια φιλαρέσκεια αλλόκοτη τα χρωμάτισε, που το απώθησε, γιατί τα μάτια της του μετέφεραν την τυφλή ορμή του οργάνου της, αγνοώντας όλους τους κοινωνικούς τρόπους, όλα τα προσχήματα. Σαν σκυλίτσα που πρωτοξυπνά ερωτικά και λάγνος άντρας την αναποδογυρίζει και με το παπούτσι του τρίβει τα όργανά της.
Τον διέγειρε η απόκλιση; Από την φλέβα πέρασαν στο σώμα του μουσικές αλλόκοτες; Πήγαν τα χέρια του βιαστικά με λαχτάρα στα βυζιά.
Έτριβε τις θηλές της, που 'χαν γίνει πέτρα. Του φάνηκε ότι κι αυτές έτριβαν τα δάχτυλά του. Αίφνης, με τρελή, ασυγκράτητη προσμονή άνοιξε διάπλατα τα πόδια της. Τότε τον τράβηξε βίαια η μάνα και έπεσε πάνω της προστατευτικά.
"Όνειρο ήταν, όνειρο. Ήταν ένα όνειρο".
Το κορίτσι την έδιωχνε και έψαχνε με αγωνία εδώ εκεί απ' το σώμα της μάνας της το σώμα του άντρα.
Βγήκε στο διάδρομο.
"Όνειρο, όνειρο. Όνειρο" άκουγε πολλή ώρα την απαλή φωνή της.
Την ένιωσε κάποια στιγμή δίπλα του. Τον οδήγησε στην εξώπορτα.
"Στο καλό" του λέει.
Έκαναν σιωπηρή συμφωνία να μην ξανάρθει.
 

top


Ανέκδοτο διήγημα
Απόσπασμα

Διπλός

Ηταν μια παλλόμενη, τεντωμένη χορδή. Απαυο το στόμα του, έλεγε, έλεγε με τις ώρες. Στα γύρω παγκάκια είχαν ακροβολιστεί γέροι. Ορθιος εδώ κι εκεί, σε απόσταση ασφαλείας, κάνας αργόσχολος. Ενας που πουλούσε λαχεία σε αναπηρικό καροτσάκι ρούφαγε άπληστα κάθε λέξη του. Ετρεμαν τα ρουθούνια του. Οποιος άρχιζε να τον ακούει, με δυσκολία ξεκόλλαγε. Σαν να 'ριχνε με τα λόγια του δίχτυα μαγγανείας.
Ο νέος άρχισε να δείχνει με χέρι και δάχτυλο τεντωμένα τους γέρους.
"Πόσα έξι χιλιάρικα, εσύ οχτώ, εσύ δέκα, εσύ δώδεκα; Εντάξει τι θα κουβαλάω, θα σκάβω. Δέκα χρόνια στην τράπεζα και μετά βόλτες στα ποταμάκια, στα χωριά. Να ρουφάμε κάνα τσιγαράκι, καμιά μυτιά. Δεν σ' αρέσει; Δεν σ' αρέσει; Κοίτα, δεν μιλάει. Κάθεται έτσι και δεν μιλάει γαμώ τα κοτσύφια του. Μίλα ρε πατέρα".
Ορθωσε έντονα το στήθος, το σώμα του έκανε επικίνδυνη καμπύλη.
"Και ο χρόνος περνάει, το ρολόι γράφει" συνέχισε.
"Πες τα χρυσόστομε" του πέταξε ένας γέρος.
Τον αγνόησε και συνέχισε. "Γράφει το ρολόι αβέρτα. Το καλοκαίρι ξεκουράζεται λίγο στα ποταμάκια". Ξαφνικά έδειξε τον γέρο που μίλησε, άκρως φευγαλέα.
"Θες τίποτα φίλε;" κι αμέσως έστρεψε σ' έναν άλλο.
"Θέλω, ναι" απάντησε μόνος του. "Ζητάω παρεξήγηση. Μ' έχεις πεθάνει καταραμένο καταραμένο καταραμένο. Μ' έφαγες. Μ' έφαγες; Ε, ζήτα παρεξήγηση ρε πατέρα".
Εκανε να ορμήσει πάλι εντελώς ξαφνικά στον πρώτο γέρο, προχωρώντας πλαγιαστά και λοξοκοιτώντας τον με φοβερό νεύρο, αλλά σταμάτησε κάπου στη μέση και άρχισε τα δικά του λόγια.
"Είναι θέαμα αυτό, αυτοί οι ανάπηροι και οι ζητιάνοι; Να τους πάνε κρουαζιέρα. Τι γράφεις ρε αλήτη στις εφημερίδες; Όλους τους αρρώστους σε κρουαζιέρα. Προσωπικό εναλλασσόμενο ανά δεκαπέντε εικοσιτετραωρίες. Αυτί με αυτί στο πεζοδρόμιο, κλοτσιά, τα μάτια από δω, τα μυαλά εκεί, γαμώ το 1940 τους.
"Όχι και το έπος του Σαράντα ρε φίλε" φώναξε σιγανά ένας άλλος γέρος.
"Εγώ λέω τρέλες ρε πατέρα; Τι σας είπε εκείνος ο χαπάκιας διπλός; Διπλό είναι το μάτι του τ' αλλήθωρο που τρέχει στον κατήγορο. Διπλός, δυαρχία, ντούμπλεξ. Είσαι πολλοστός αληταράς ρε τρελογιατρέ. Με στέλνεις δύο χιλιάδες μοίρες μακριά απ' την πραγματικότητα. Και τώρα, αυτήν τη στιγμή, σταματώ το ρολόι, σου κόβω την ενότητα".
Οι γυναίκες, μόλις λίγο καταλάβαιναν, έστρεφαν κι απομακρύνονταν. Αυτές που 'χαν καροτσάκια με μωρά τον ένιωθαν από μεγάλη απόσταση και έκαναν μεταβολή.
"Κόφ' την του του πούστη, γαμώ το φελέκι του" φώναξε ένας γέρος γελώντας.
Του τέντωσε απειλητικά το χέρι. "Μου στέλνετε ραδιοσυχνότητες και με τρελαίνετε. Εγώ ρε σας τρελαίνω; Όχι. Αλλά θα σας εμπλέξω πρώτος εγώ" και λέγοντας αυτά έβγαλε μια κασέτα απ' την τσέπη του, την πλάκωσε με μια πέτρα κι άρχισε τρέχοντας να την ξετυλίγει γύρω απ' τα παγκάκια. Του τέλειωσε η ταινία και τους είπε.
"Τώρα φάτε στην κεφάλα σας ραδιοσυχνότητες απ' το Ακρωτήριο Κανάβεραλ".
Ποιος ξέρεις πόσες ώρες μίλαγε και περιπλανιόταν. Ο ιδρώτας στο πρόσωπό του είχε κάνει λάσπη.
Σήκωσε από κάτω την κασέτα και άρχισε να μιλάει σαν σε τηλέφωνο, πιο σιγά.
"Πατέρα έλα, πάρε με. Στο Πεδίο του Αρεως. Φέρε να πιω ρε πατέρα. Αυτό που σου λέω εγώ. Φέρε ξίδια, τα 'χω ανάγκη". Έσπασε η φωνή του. "Έλα πατέρα, να πάτε να βοηθάτε τον Χρίστο στο καφενείο στην Πλάκα. Να κάνετε καφέδες πατέρα. Να κάνετε πατέρα καφέδες. Να κάνετε καφέδες πατέρα. Να κάνετε πατέρα καφέδες. Να κάνετε καφέδες πατέρα. Να κάνετε πατέρα καφέδες. Να κάνετε καφέδες πατέρα. Καλό χειμώνα πατέρα. Πατέρα καλό χειμώνα. Καλό χειμώνα πατέρα. Πατέρα καλό χειμώνα. Καλό χειμώνα πατέρα?".
Εκείνη την στιγμή ένα παιδάκι έξι μ' εφτά χρονών, που ήταν με μια γυναίκα που 'χε κοντοσταθεί, έκανε να πάει κοντά του. Αυτή επιχείρησε να το κρατήσει, την έσπρωξε και άρχισε να τρέχει προς το παλικάρι. Εφτασε, τον αγκάλιασε στον μηρό σφιχτά, σφιχτότατα και έκρυψε το πρόσωπό του στο μπούτι του.

top