Οι Τσαμαντούροι
Οι Τσαμαντούροι και η προέλευση της λέξης Τσαμαντά
Πόθεν η προέλευσις, ποίον το έτυμον και τις η σημασία της λέξεως Τσαμαντά ;
Περί όλων τούτων απολύτως βάσιμα και θετικά και αναμφισβήτητα δεν δύναμαι
δυστυχώς να γράψω, καθόσον ουδεμίαν ασφαλή πηγήν έχω, εφ' ης να στηριχθώ. Θα
παρατάξω όμως υποθέσεις με δόσιν πιθανότητος και αληθοφάνειας, εξ ων θα προκύψη
το συμπέρασμα ότι η τοπωνυμία αυτή έχει σχέσιν προς το όνομα αριστοκρατικής
Βυζαντινής οικογενείας του ΙΓ' αιώνος, ένεκα πολιτικών λόγων καταφυγούσης εις τα
δύσβατα μεν και δυσπρόσιτα αυτά μέρη, φιλόξενα όμως και ασφαλή δια τους
διαφόρους φυγάδας.
Το όνομα της κώμης εκφέρεται συνήθως ενάρθρως εις γεν. πτώσιν «του Τσαμαντά»,
σπανίως δε πολύ εις ονομαστικήν αρσενικού η ουδετέρου γένους «ο Τσαμαντάς» η «το
Τσαμαντά». Γεωγραφικοί τίνες χάρται σημειώνουν «Σαμαντά» η «Σιαμαντά». Υπάρχουν
και οι γράψαντες «Ζαμαντά» η «Ζιαμαντά».
Ο Στ. Βουτυράς εν τω «Ιστορίας και Γεωγραφίας Λεξικώ» του γράφει τα εξής
σχετικά: «Σαμαντά, κώμη της Ηπείρου, κειμένη κατά της Ν. κλιτύας του όρους
Στουγάρα. Εκ της κώμης ταύτης πηγάζει ο ποταμός «Παύλα», όστις διέρχεται το
χωρίον «Πόλβα» (γρ. Πόβλα) και χύνεται εις την Πηλωΐδα λίμνην αρδεύων την
πεδιάδα της Καμύτζιανης ,... Ενταύθα έκειτο η Βυζαντινή πόλις «Καμύτζιανη»,
κτισθείσα υπό του στρατηγού Καμύτζη μετά την καταστροφήν του Βουθρωτού υπό των
Γότθων τω 560 μ. Χ.».
Ο Αραβαντινός εν τω στατιστικώ Πίνακι του «Χρονογρ. της Ηπείρου» γράφει την
κώμην «του Τσαμαντά». Αλλαχού (σελ. 127) εκφέρει το όνομα της με το θηλ. αρθρ.
εις γενικήν «Παύλα... ο πάλαι Ξάνθος καλούμενος πηγάζων εκ του όρους της
Τσαμαντάς». Παρά τας ποικίλας όμως αυτάς γραφάς εινε βεβαιωμένον ότι το όνομα
της κώμης εινε Τσαμαντά.
Ούτω γράφεται εις τα σωζόμενα εν τη Ελληνική παλαιά ιδιωτικά έγγραφα και εις τα
Εκκλησιαστικά βιβλία, ούτω εινε κεχαραγμένον εις την σφραγίδα της Κεντρ.
Εκκλησίας και την της Μονής Καμύτζιανης αμφοτέρας παλαιάς, ούτω φέρεται εις τα
επίσημα έγγραφα της Τουρκικής Διοικήσεως και εις τας Μουχταρικάς σφραγίδας και
ούτως εκάλουν και καλούσι την κώμην οι κάτοικοι της και οι περίοικοι.
Του τύπου λοιπόν τούτου την προέλευσιν πρέπει ν' αναζητήσωμεν.
Ο Κ. Παπαρρηγόπουλος (Ίστορ. του Ελλ. ΕΘν. Τομ. Ε' Σελ. 78), παραλαμβάνων από
τον Παχυμέρη, αναφέρει αριστοκρατικάς Βυζαντινάς οικογενείας υπό τα ονόματα
«Τσαμάντουροι» και «Καμύτζαι», διαπρεπούσας εις την αυλήν της εν Νικαία της
Βιθυνίας Αυτοκρατορίας περί τα μέσα του ΙΓ' αιώνος. Οι «Τσαμάντουροι» μάλιστα
ήσαν και συγγενείς του βασιλεύοντος οίκου των Λασκάρεων, δια τούτο και
αντέστησαν, όταν ο Μιχαήλ ο Παλαιολόγος επεχείρησε να εξασφαλίση υπέρ εαυτού το
Αυτοκρατορικόν στέμμα επί βλάβη του ανηλίκου νομίμου διαδόχου του θρόνου Ιωάννου
του Λασκάρεως.
Η τοιαύτη αυτών όμως στάσις εν τω ζητήματι τούτω προξένησε την καταδίωξιν των
παρά του υπερισχύσαντος και εκτελέσαντος την βουλήν του Μιχαήλ του Παλαιολόγου
τω 1260 μ.χ. Ουδόλως λοιπόν απίθανον άρρεν μέλος η μέλη της υπό δυσμένειαν
περιπεσούσης παρά τη Αυλή της Νικαίας οικογενείας των Τσαμαντούρων να εζήτησεν
άσυλον εις το επίσης μετά την υπό των Λατίνων άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως
συμπηχθέν εν Ηπείρω ομόφυλον και ομόθρησκον Κράτος, ου ιδρυτής υπήρξεν ο Μιχαήλ
’γγελος ο Κομνηνός.
Το εκ των συντριμμάτων της Αυτοκρατορίας του Βυζαντίου σχηματισθέν τούτο Κράτος
επεξέτεινε τα όρια του προς Β. μέχρι Δυρραχίου και προς Ν. μέχρι Ναυπάκτου έχον
ως πρωτεύουσαν την Αρταν.
Το νεοπαγές τούτο Κράτος εινε γνωστόν εν τη Ιστορία υπό το όνομα «Δεσποτάτον της
Ελλάδος» η και «Δεσποτάτον της Ηπείρου» Όθεν επιτρέπεται να συμπεράνωμεν ότι η
χώρα, όπου ευρίσκεται νυν και η κώμη του Τσαμαντά, περιλαμβανομένη εις το τότε
«Δεσποτάτον της Ηπείρου», εδόθη ως τιμάριον εις τους εκ Νικαίας φυγάδας
Τσαμαντούρους, ων το όνομα κατά τι ηλλοιωμένον διεσώθη ως τοπωνυμικόν του
Τσαμαντά, όπως η πλησιόχωρος Καμύτζιανη οφείλει το εαυτής εις τον Βυζαντινόν
στρατηγόν «Καμύτζην».
Την υπόθεσιν ταύτην ενισχύει και Χρυσόβουλλον του Αυτοκράτορος Ανδρόνικου του
Πρεσβυτέρου, εκδοθέν τω 1321 προς την Μητρόπολιν Ιωαννίνων υπέρ εξασφαλίσεως των
εις αυτήν ανέκαθεν ανηκόντων κτημάτων, εν ω αναγράφονται και τα εξής:«....
Αρτίως παρεκλήτευσε την βασιλείαν μου ο Ιερώτατος Μητροπολίτης Ιωαννίνων,
υπέρτιμος, ίνα απολυθή Χρυσόβουλλον της βασιλείας μου, διαλαμβάνον κατά μέρος
πάντα τα κτήματα της ειρημένης Εκκλησίας, άτινα και ως ανέφερεν είσι ταύτα,
ήγουν .... το χωρίον η Πόβλιστα (πιθανώς το σημερινόν χωρίον Πόβλα), .... εις το
χωρίον την Λαυσίσταν Μετόχιον εις όνομα καλούμενον του Αγ. Γεωργίου συν τω
εκείσε σιγιλλατικίω (εδαφονόμιον κατά τον Αραβαντινόν) αυτού.....συν τω
Τσαμάντουρα και τω Κορτέση και ταις εκείσε αγορασίαις αυτών . ...»
Ο «Τσαμάντουρας» λοιπόν του Αυτοκρατορικού Χρυσοβούλλου κατά μεγάλην πιθανότητα
εινε ο σημερινός «Τσαμαντάς», όπως η «Πόβλιστα» εινε η πλησιόχωρος σημερινή
«Πόβλα». Φαίνεται ότι κατά την εποχήν εκείνην η Μητρόπολις Ιωαννίνων είχε
κτήματα πολλά εις διάφορα της Ηπείρου μέρη, απέχοντα απ' αλλήλων πολύ. Ούτως
είχε τοιαύτα και εις την περιοχήν Αργυροκάστρου. Όντως εις το αυτό Χρυσόβουλλον
αναγιγνώσκομεν και ταύτα:«.... Επειδή δε ως εγνώρισεν η βασιλεία μου, κατείχεν
ανέκαθεν το μέρος της αυτής αγιωτάτης Εκκλησίας και περί την Δρυϊνούπολιν χωρίον
την Σουχάν , .... διορίζεται η βασιλεία μου ίνα και πάλιν κατέχη η αυτή αγιωτάτη
Εκκλησία το δηλωθέν χωρίον την Σουχάν ανενοχλητως και αδιασείστως ......».
Πλην των ανωτέρω εις επίρρωσιν της υποστηριζομένης ενταύθα γνώμης έρχεται και το
εξής. Οι περίοικοι του Τσαμαντά ψάλλουσι και μέχρι σήμερον χλευαστικούς στίχους
εις βάρος του, ων οι επωδοί εχουσιν ως εξής :
Τσαμαντάρι, Τσαμαντάρι,
Σ' είχαν τα χωριά καμάρι,
Τσαμαντούρι, Τσαμαντούρι
Πως εγίνηκες γαϊδούρι;
Βεβαίως οι στίχοι ούτοι δεν εινε τιμητικοί δια τους συγχρόνους Τσαμαντιώτας.
Τούτο όμως εινε άλλο ζήτημα. Δεν πρόκειται ενταύθα ν'ανασκευάσωμεν τας ύβρεις
αυτάς ως όλως αστηρίκτους και ως προερχομένας εξ αντιζηλίας των πλησιοχώρων.
Εις το οικείον μέρος της παρούσης Μονογραφίας θ' αναγραφώσι τα προσήκοντα δια τα
αμοιβαία περιπαίγματα των γειτονικών χωρίων, μη έχοντα ουσιαστικήν σημασίαν. Το
ουσιώδες εν προκειμένω εινε ότι αι ακουόμεναι εν τοις στίχοις τούτοις λέξεις
«Τσαμαντάρι» και «Τσαμαντούρι» συντελούσιν εις απόδειξιν ότι η κώμη του Τσαμαντά
οφείλει το τοπωνυμικόν της εις την ομώνυμον αριστοκρατικήν οικογένειαν του
Βυζαντίου.
’λλος λόγος συνηγορών επίσης υπέρ της γνώμης ταύτης, εινε και ούτος. Οι κάτοικοι
των προς Δ. του Τσαμαντά κειμένων Τουρκαλβανικών χωρίων, ων οι πρόγονοι δια της
εξωμοσίας μετέβαλον τους απογόνους των εξ Ελλήνων εις Τουρκαλβανούς, έκπαλαι
καλούσι την κώμην ουχί «Τσαμαντά», αλλά «Τσαμαντάρι».
Η τοιαύτη εκ Βυζαντινών πατρικίων του Μεσαίωνος προέλευσις του ονόματος της
κώμης του Τσαμαντά επιτρέπεται να καθιστά υπερηφάνους τους σημερινούς
Τσαμαντιώτας. Αλλ' αφ' ετέρου ούτοι δεν πρέπει να λησμονώσιν ότι η εξ ευγενών
καταγωγή επιβάλλει και ανώτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις ιδιαιτέρας εις βάρος
των διεκδικούντων ταύτην, συμφώνως προς το Γαλλικόν λόγιον «Noblesse oblige !»
Οφείλουσι λοιπόν και οι Τσαμανταίοι η Τσαμαντουραίοι να τιμήσωσι την μνήμην των
επιφανών ονοματοθετών της γενετείρας των, των Τσαμαντούρων.
Οι Τσαμάντουροι της Βυζαντινής Αυλής δέον να χρησιμεύωσιν εις τους σημερινούς
Τσαμαντιώτας ως άλλοι ονομακλήτορες υπενθυμίζοντες εις αυτούς αδιακόπως ότι
πρέπει να προηγώνται πάντοτε εις έργα αγαθά και πατριωτικά και να διαπρέπωσι
μεταξύ των περιοίκων, ώστε ούτοι να τους έχωσι πραγματικόν «καμάρι», όπως και
άλλοτε, καθ' α βεβαιούσι και οι ανωτέρω παρατεθέντες στίχοι.
Τσαμαντάς 1922
Νικόλαος Νίτσος










