Τοπογραφικές παρατηρήσεις
Κειμένη η εν λόγω κώμη επί τόπου γενικώς ορεινού, απεψιλωμένη δασών και
εστερημένη δαψιλούς φυτείας και χλωρίδος, προξενεί εντύπωσιν ουχί ευνοϊκήν εις
τον δια πρώτην φοράν επισκεπτόμενον τα μέρη αυτά.
Και όμως το σύνολον της θέας της εν τη αγρία όψει της περιβαλούσης αυτήν φύσεως
έχει τι το επιβάλλον. Ως εκ του φρικωδώς δύσβατου και της ποικίλης του εδάφους
ανωμαλίας η οδοιπορία καθίσταται λίαν ενοχλητική και επίπονος, ουχί δε όλως
ακίνδυνος δια τον μη συνηθισμένον να βαδίζη επί των Ηπειρωτικών τρίβων και
χωρικών μονοπατίων. Ως εκ της παντελούς ελλείψεως οδών άξιών πως του ονόματος
εις μεγάλην ακτίνα καθ'όλας τας διευθύνσεις περί την περιγραφομένην κώμην το εις
αυτήν ταξείδιον καθίσταται αγώνισμα και δοκιμασία υπεράνθρωπος, δύναται τις να
είπη άνευ υπερβολής.
Ίνα διατρέξη τις το εκ Τσαμαντά μέχρις Ιωαννίνων διάστημα, εκτάσεως 50
χιλιομέτρων, είτε πεζή είτε δι'υποζυγίου, απαιτούνται ώραι 18 περίπου και ώραι 8
προς μετάβασιν εις Φιλιάταις, οι οποίοι απέχουν του Τσαμαντά μόνον 20
χιλιόμετρα, ενώ αν υπήρχον βατοί οπωσδήποτε δρόμοι, τα ταξείδια αυτά θ'απήτουν
δαπάνην χρόνου κατά το ήμισυ μικροτέραν.
Εν χειμώνι δε και κατά τας πολύ υετώδεις ημέρας οι κάτοικοι αποκλείονται
παντελώς πάσης συγκοινωνίας υπό των υπερεκχειλιζόντων ποταμίων και χειμάρρων. Ο
εφίππως οδοιπορών κινδυνεύει εις έκαστον βήμα να προσκόψη και να πέση
συντριβόμενος και θανασίμως μωλωπιζόμενος.
Ευτυχώς οι εγχώριοι ημίονοι, ων χρήσις γίνεται κατά τας οδοιπορίας, έχουσι τόσον
ασφαλές το βήμα, ώστε ανθαμιλλώνται με τας αίγας. Αλλοίμονον όμως εις τον
αναβάτην, ο οποίος δεν εινε πως εξησκημένος προς το είδος τούτο της
κατ'ευφημισμόν ιππασίας και δεν δύναται να συγκρατήση εαυτόν εν ποία τίνι
ισορροπία επί του σάγματος του ημιόνου. Ο τοιούτος ωρισμένως οφείλει, πριν η
επιχειρήση το τοιούτον ταξείδιον, να διευθετήση τελειωτικώς τα καθ'εαυτόν,
συντάσσων και την Διαθήκην του!
Η γενομένη δια των πυρκαϊών και της υλοτομίας αποψίλωσις του τόπου εκ των άλλοτε
υπαρχόντων δασών συντελεί ώστε ούτος να παρουσιάζη όψιν αγρίως μονότονον, ενώ
άλλοτε θα παρείχε θέαν μάλλον ευάρεστον και ωραίαν επί το ρoμαντικώτερον με την
πλουσίαν βλάστησίν του, με τα άφθονα δάση του και με την ποικιλίαν των βουνών
και γραμμών του.
Εινε βεβαιωμένον ότι του Τσαμαντά και τα πέριξ είχον πλουσιώτατα δάση άλλοτε.
Μαρτυρεί τούτο το δάσος της πλησιοχώρου Ρίπεσης, ως και οι περισωθέντες
αιωνόβιοι πρίνοι και άλλα δένδρα εις τας περιοχάς των ναών και παρεκκλησίων και
προ πάντων περί την εν Καμύτζιανη Μονήν του Αγ. Γεωργίου. Η ιερότης των τόπων
τούτων απέβη σωτήριος εις τα δένδρα απομακρύνασα απ' αυτών τον καταστρεπτικόν
του ανθρώπου πέλεκυν.
Μέχρι προ ολίγων δεκαετηρίδων, ως διηγούνται οι γηραιότεροι, διεσώζοντο ακόμη
αρκετά δένδρα και υπήρχον δασώδεις εκτάσεις πέριξ του Τσαμαντά. Η ανηλεής όμως
και ανεπιστήμων ξύλευσις και αι υπό των ποιμένων σκόπιμοι πυρκαϊαί εξηφάνισαν
αυτά πρόρριζα! Τα ύδατα ήδη των βροχών και των χειμάρρων, μη ευρίσκοντα πλέον
ουδαμού αντίστασιν, παρασύρουσι βαθμηδόν τα χώματα και υποσκάπτουσι το έδαφος
ακωλύτως, και ούτω βλέπει τις νυν πανταχόθεν προβάλλοντας γυμνούς βράχους,
μονοτόνους και Θλιβερούς την όψιν!.
Επί των νεανικών μου ετών εσώζετο ακόμη δάσος πυκνόν και περικαλλές εν τη θέσει
τη καλουμένη Κόζιακας αλλά, γεννηθείσης έριδος μεταξύ των δύο μεγαλειτέρων
συνοικιών της κώμης δια το δικαίωμα της ξυλεύσεως, εξ αντιζηλίας και χωρικής
μικροπρεπούς αντιλήψεως εφώρμησαν κατ'επανάληψιν κατά του δυστυχούς δάσους αι
γυναίκες, εις ας εινε ανατεθειμένη η φροντίς της προμηθείας της καυσίμου ύλης,
και εντός διετίας εξερρίζωσαν αυτό κυριολεκτικώς αποψιλώσασαι και τον χώρον
τούτον, όστις ήδη προβάλλει ως ειδεχθής και απαίσιος σκελετός!.
Η Τουρκική Διοίκησις, πάντοτε, πανταχού και εις πάντα άστοργος ούσα και αιωνίως
αβέλτερος, ως σκοπόν δε της υπάρξεως της έχουσα μόνον την εκμύζησιν υλικώς και
την αποκτήνωσιν πνευματικώς των υπ'αυτήν κακή μοίρα, περιελθόντων λαών, ουδέν
ουδέποτε και εν Ηπείρω ελάμβανε μέτρον προς προστασίαν και περιφρούρησιν του
δασικού της χώρας πλούτου.
Οι μακάριοι «ορμάν-μεεμούρηδες» αυτής (δασοφύλακες και δασονόμοι) αμερίμνως και
αδιαφόρως εθεώντο τας συντελουμένας επί των δασών καταστροφάς. Με ολίγην
ποσότητα του ελκυστικού «μπαχσισίου» (φιλοδωρήματος) τα πάντα επέτρεπον. Εινε
γνωστή η ιδιαιτέρα των Τούρκων αδυναμία και κλίσις προ το «μπαχσίσι» και το
«ρισβέτι» (δωροδοκίαν).
Ο ιστορικός Γερβίνος έγραψεν ήδη ότι ο Τούρκος δια το «μπαχσίσι» εινε πρόθυμος
και αυτόν τον Προφήτην του να πωλήση !.
Οι Τούρκοι λοιπόν «ορμάν μεεμούρηδες» και αν επεσκέπτοντο τα μέρη αυτά ενίοτε,
έπραττον τούτο μόνον προς τον σκοπόν να χρηματισθώσι και υπέρ εαυτών και υπέρ
του Κυβερνητικού Ταμείου. Αι ανά τα απόκεντρα αυτά χωρία από καιρού εις καιρόν
εμφανίσεις των οιωνδήποτε οργάνων της Τουρκικής Εξουσίας είχον πάντοτε σκοπόν
ταμειευτικόν, δηλ. την είσπραξιν φόρων και ρισβετίων ατομικών. Δια τούτο και ο
Λαός μας διεζωγράφισεν ακριβέστατα δια των κατωτέρω στίχων τας τοιαύτας
επισκέψεις των Τούρκων υπαλλήλων :
Τούρκον είδες; Γρόσια θέλει!
Κι' άλλον είδες; Κι'άλλα Θέλει!
Δυστυχώς και η Έλλην. Διοίκησις, αφ'ότου επ'αισίοις εγκαθιδρύθη εν ταις Νέαις
Χώραις μετά τόσων αιώνων επώδυνον προσδοκίαν, ουδέν απολύτως έπραξεν όπως
περιφρουρήση την ζωήν των σποραδικώς ως εκ θαύματος διασωθέντων δένδρων, μηδέ
έλαβε πρόνοιάν τινα προς βαθμιαίαν αναδάσωσιν του όλως φαλακρού τόπου.
Ως ελαφρυντικήν δικαιολογίαν δύναται υπέρ εαυτής να προσαγάγη το ολιγοχρόνιον
διάστημα από της απελευθερώσεως της Ηπείρου και το πολυμέριμνον και πολυτάραχον
των καιρών ως εκ του τελευταίου πανευρωπαϊκού πολέμου και της εσωτερικής
πολιτικής ανωμαλίας. Βεβαίως ουδείς αρνείται την βασιμότητα του επιχειρήματος
τούτου. Αλλ'αφ'ετέρου έχων υπ'όψιν τα ανοσιουργούμενα ανά την Παλαιά Ελλάδα εις
βάρος της υπάρξεως των δασών άγεται κατ'ανάγκην εις το θλιβερόν συμπέρασμα ότι
θ'απαιτηθούν πολλαί εισέτι δεκάδες ενιαυτών, έως ότου κατορθώση και το Έλλην.
Κράτος να εφαρμόση επωφελώς όσα αλλαχού γίνονται υπέρ της συντηρήσεως και
προκοπής των δασών, ων η χρησιμότης έχει προ πολλού προσηκόντως εκτιμηθή
παρ'όλων των άλλων πεπολιτισμένων λαών.
Πρέπει να ομολογηθή ειλικρινώς ότι ο Λαός μας ουδεμίαν ιδέαν έχει περί της
ανεκτιμήτου χρησιμότητος των δασών. Ουδεμίαν στοργήν έχει προς το πράσινον,
ουδεμίαν ευλάβειαν δεικνύει προς την ζωήν των δένδρων.
Εφ'όσον δε δεν διαμορφούται ο Λαός μας εις βαθμόν ώστε να σέβηται τους νόμους
της Πολιτείας και να μη Θεωρή, όπως νυν συμβαίνει κατά το πλείστον, ως ευφυίαν
και ικανότητα την καταστρατήγησιν αυτών, πάσα νομοθεσία, όσω δρακόντιος καν η,
πέπρωται να έχη αρνητικά αποτελέσματα.
Λυπηρόν παράδειγμα του τοιούτου φαινομένου έχομεν τα αδιακόπως τελούμενα ανά την
Π. Ελλάδα εις βάρος των δασών, με όλους τους υπάρχοντας αυστηρούς νόμους. Οι
νόμοι, όσον τέλειοι καθ'εαυτούς και αν ώσιν, ουδέν ωφελούσιν, εφ' όσον τα μεν
όργανα της Πολιτείας, τα εντεταλμένα την εφαρμογήν αυτών, δεν κέκτηνται την
απαιτουμένην ευσυνειδησίαν και δεν έχουν αυστηράν αντίληψιν περί ευόρκου
εκπληρώσεως των εαυτών καθηκόντων, οι δε πολίται προσπαθούν με πάντα τρόπον να
διεκφύγουν τας απέναντι των νόμων ιεράς των υποχρεώσεις.
’λλοτε φραγμόν αδιάβατον εις πλείστας υπερβασίας και παρεκτροπάς της απλάστου
ηθικώς και επικλινούς εις την απληστίαν και συμφεροντολογίαν χωρικής ψυχής
απετέλει ο εκ της αμαρτίας φόβος, συμφώνως προς τα εκ της Θρησκείας διδάγματα.
Δυστυχώς κατά τους νεωτέρους τούτους χρόνους εχαλαρώθη πολύ το θρησκευτικόν
αίσθημα και παρ' αυτοίς τοις χωρικοίς, χωρίς να υπάρξη ετέρα ηθικοποιητική
δύναμις ως αντίρροπος της εξαφανιζομένης θρησκευτικής τοιαύτης.
Της λυμαντηρίου ταύτης ροπής μέτοχοι νυν τυγχάνουσιν, ως μη ώφειλε, και οι
κάτοικοι Τσαμαντά, εκδηλουμένης εις την βλάβην της Εκκλησιαστικής και
Μοναστηριακής περιουσίας. Ως ανωτέρω ελέχθη, η τοιαύτη περιουσία, η τε δασική
και η άλλη οιασδήποτε φύσεως, ητο απολύτως σεβαστή και ουδείς ετόλμα να επιβάλη
επ' αυτής χείρα βέβηλον και αρπακτικήν. Η ευλαβής αυτή διάθεσις διέσωσεν όλας
τας δασικάς περιφερείας, τας ανήκουσας εις τους ναούς της Κοινότητος και εις την
Μονήν του Αγ. Γεωργίου Καμύτζιανης. Από τίνος ατυχώς εξητμίσθη η ευλάβεια αύτη
και αδεώς υλοτομούσιν εις το δάσος της Μονής και κόπτουσι δένδρα ανήκοντα εις
ναούς, ενώ αι προηγούμεναι γενεαί ουδέ φύλλον αυτών ετόλμων να εγγίσωσιν.
Τοιαύτη ανίερος καταστροφή λαμβάνει χώραν από τίνος εις θαυμάσιον εκ δρυών
μικρόν δάσος, κείμενον πέραν του παρεκκλησίου του Αγ. Δημητρίου προς τα σύνορα
του χωρίου Λιδίζδας και ανήκον εις το εντός της κώμης του Τσαμαντά ναΐδριον της
Αγίας Μαρίνης, τουθ' όπερ είχε συντελέσει να το προφυλάξη μέχρι τούδε από του
καταστρεπτικού πελέκεως των ξυλευομένων γυναικών.
Ήδη όμως ουδεμία αμφιβολία ότι εντός τίνων ετών και το δάσος τούτο θα γείνη όπως
ο Κόζιακας ! Απαιτείται λοιπόν σύντονος και αδιάκοπος διαπαιδαγώγησις δια της
Εκκλησίας, δια του Σχολείου και δι'όλων των άλλων δυνατών μέσων όπως
καταπολεμηθεί ο εις τον ύπατον βαθμόν ανεπτυγμένος παρά τω Λαώ μας
«μισοδενδρισμός» και εισβιβασθή εις αυτόν ο έρως προς το πράσινον και την
χλωρίδα. Μόνον τότε Θα επέλθη η σωτηρία των δασών άνευ της ανάγκης αυστηράς
νομοθεσίας, εις ουδέν πρακτικόν αποτέλεσμα οδηγούσης.
Μετά την αναγκαίαν ταύτην περί δασών παρέκβασιν, εις ην εξέτρεψε με η προς τα
δένδρα αστοργία και εξοντωτική διάθεσις ου μόνον των ομοχωρίων μου, αλλά και του
μεγαλειτέρου δυστυχώς μέρους του Έλλην. Λαού, επανέρχομαι εις την τοπογραφίαν
του Τσαμαντά.
Το έδαφος αυτού είνε σεισμοπαθές. Γεωλογικαί αναστατώσεις πλείσται φαίνεται ότι
συνέβησαν κατά τους προϊστορικούς χρόνους εις την περιφέρειαν αυτήν.
Ο Ενοσίχθων συνετάραξε πολλάκις και συνέσεισε κατ'επανάληψιν την Ηπειρωτικήν
ταύτην γωνίαν προσδούς αυτή την σημερινήν της μορφήν. Εις πολλά μέρη
παρατηρούνται ευκρινώς και σήμερον ετι τα αποτελέσματα, τα οποία εν τη οργή του
επήνεγκεν ο Ενοσίγαιος. Διάφοροι κολοσσιαΐαι εσοχαί και εξοχαί των υπό σεισμικών
δονήσεων απεσχισμένων βουνών, ιστάμεναι κανονικώς απέναντι αλλήλων, ωσεί έτοιμοι
να εναγκαλισθώσι και συμπτυχθώσιν εκ νέου, δεικνύουσι προφανώς πόσον ο σεισμός
συνέτεινεν εις την σημερινήν του εδάφους διαμόρφωσιν.
Αλλά και επί των ημερών ημών ο Ενοσίχθων δεν αφήνει εις ησυχίαν τα μέρη αυτά και
ενοχλεί πολύ συνεχώς τους επί της ορεινής και αγόνου ταύτης γης ζώντας. Από
καιρού εις καιρόν σείει το έδαφος και εξεγείρει αυτό εις χορευτικάς αναπάλσεις,
ενσπειρούσας τον φόβον ανά τους διαφόρους συνοικισμούς. Ευτυχώς αι σεισμικαί
αύται δονήσεις αντιπαρέρχονται συνήθως άνευ επιβλαβών αποτελεσμάτων. Μόνον η
σεισμική δόνησις της νυκτός της 8 προς την 9 του Οκτωβρίου 1920 παρ' ολίγον ν'
αποβή τραγική εις αποτελέσματα. Ευτυχώς ταύτα περιωρίσθησαν μόνον εις βλάβην,
μικροτέραν η μεγαλειτέραν, σχεδόν πασών των οικιών της κώμης. Τότε υπέστη
σοβαράν βλάβην και η Δ. πτέρυξ της πατρικής μου οικίας, ην ηναγκάσθην έπειτα ν'
ανακαινίσω εκ βάθρων.
Η κώμη του Τσαμαντά περιστέφεται και πλαισιούται υπό σειράς βουνών, φερόντων
κατά το πλείστον ξενικάς ονομασίας. Σημείω ενταύθα τας κυριωτέρας ονομασίας και
τοποθεσίας της σχεδόν κυκλικής περί το χωρίον οροσειράς αυτής. ΒΑ. Οροτός
η ’ροτός
(μάλλον παραδεκτόν το β' όνομα, διότι όντως επί της κορυφής του βουνού τούτου
υπάρχει μικρόν οροπέδιον «άροτον», αρόσιμον=γεωργήσιμον), Ρεπετίνα,
Δόγες, (εκ της Αλβ. λ. ντούγα, δογασανίς, διότι υπήρχεν εκεί δάσος εξ
ελατών ίδια, εξ ων οι χωρικοί εξήγον σανίδας, όπως διατηρείται και νυν ετι το
δάσος τούτο επί της προς το χωρίον Σωτήρα πλευράς του βουνού, Τσιούκα,
Ντράϊζα, βρωμοπήγαδα,
Αετοπήγαδο. ΝΔ. Τσιούκα-Ρόσσια, Βορτόπια, Σιντηλή
(Αλβαν. ήγουν Αγ. Ηλίας, όπως καλούν οι Αλβανοί τον Προφήτην Ηλίαν),
Κερασοβίτσα,
Σταρόδα, Λαιμικό, Κόζιακας (Σλαβ. λ. σημαίνουσα δάσος).
Τα διάφορα αυτά βουνά, ων αι κορυφαί και αι εις πολλά μέρη προέχουσαι πλευραί
προβάλλουσιν ως αιωνόβιοι πύργοι και πελώριαι επάλξεις Μεσαιωνικών φρουρίων,
καθιστώσι την κώμην του Τσαμαντά φυσικόν φρούριον, ερυμνόν και απόρθητον. Αι
ολίγισται φέρουσαι προς αυτήν πάροδοι δύνανται ευκόλως να φρουρηθώσι και ούτω το
χωρίον καθίσταται απροσπέλαστον εις άτακτα στίφη, τα οποία εν καιρώ ταραχών και
πολεμικών επιχειρήσεων θα επεχείρουν να επιδράμουν και εισέλθουν εις αυτό επί
σκοπώ καταστροφής και λεηλασίας.
Τοιουτοτρόπως η γενέθλιός μου αυτή κώμη εις πολλάς ανωμάλους περιστάσεις
εχρησίμευσεν εις σωτηρίαν και των περιοίκων, καταφυγόντων εις αυτήν ως εις
ασφαλέστατον φρούριον. Ίδια σωτήριον άσυλον απέβη η κώμη αύτη κατά τον
απελευθερωτικόν πόλεμον του 1912 -13 εις τα προς Δ. ομογενή χωρία, ων οι
κάτοικοι πανικόβλητοι ένεκα των επιδραμόντων εις αυτά Τουρκαλβανών κατέφυγον
εκεί συν γυναιξί και τέκνοις μετά τίνων κινητών και ολίγων υποζυγίων, τα οποία
ηδυνήθησαν να διασώσωσιν.
Οι Τσαμαντιώται προθύμως τους εστέγασαν και αδελφικώς τους περιέθαλψαν επί μήνας
πολλούς. Οι Τουρκαλβανοί Τσιάμηδες και Λιάμπηδες (οι Ιάπυγες των αρχαίων κατά
Pouqueville και οι Λαπίθαι κατά Χρηστοβασίλην), οι θρασύδειλοι ούτοι άρπαγες και
λησταί, πολλάκις εν μεγάλω αριθμώ εσχεδίασαν να ορμήσωσι και εκπορθήσωσι την
κώμην του Τσαμαντά, όπου εγνώριζον ότι λεία σπουδαία και πλούσια τους
περιέμενεν, αλλά δεν ετόλμησαν, μολονότι ολίγιστοι ήσαν οι φυλάσσοντες την θέσιν
ημέτεροι και ανεπαρκέστατα εξωπλισμένοι. Η πεφοβισμένη φαντασία των Τουρκαλβανών
εξώγκονεν υπερμέτρως τον αριθμόν και την μαχιμότητα των φρουρών του Τσαμαντά και
ούτως εσώθη τότε η κώμη από της καταστροφής και λεηλασίας και ο εν αυτή
συγκεντρωμένος πληθυσμός από της σφαγής.
Τσαμαντάς 1922
Νικόλαος Νίτσος










