Κυκλώπεια τείχη

Κυκλώπεια τείχη στον Τσαμαντά
Το φύσει οχυρόν πολλών εκ των οροπεδίων του Τσαμαντά είχεν επισύρει την προσοχήν και αυτών των προϊστορικής εποχής Ηπειρωτών. Μοίρα τούτων είχε συμπήξει συνοικισμόν περιτετειχισμένον δια των ογκωδών και υπερμεγέθων εκείνων λίθων, των οποίων η μετακίνησις και τοποθέτησις δια μόνης της ανθρωπίνης χειρός μας δίδει να εννοήσωμεν με ποίαν και πόσην υπεράνθρωπον δύναμιν ήσαν πεπροικισμένοι και οποίους σιδηρούς μυώνας είχον οι απομεμακρυσμένοι εκείνοι πρόγονοί μας, επί του εν θέσει Σταρόδα μικρού οροπεδίου έχοντος ενώπιον του προς Δ. ορίζοντα ποικίλως λαμπρόν.

Όντως εν τη τοποθεσία ταύτη, παρά την αγροτικήν καλύβην του Αθαν. Στράτη υπάρχουσιν λείψανα Κυκλωπείων τειχών, μαρτυρούντων την ύπαρξιν εκεί προϊστορικού συνοικισμού. Βεβαίως τότε θα υπήρχεν εκεί και πηγαίον ύδωρ, όπερ δεν υφίσταται σήμερον, τις οίδε πότε καταχωσθέν και αφανές γενόμενον ένεκα σεισμικών δονήσεων η άλλων γεωλογικών αιτιών.

Ερείπια όμως και λείψανα οικοδομών Ελληνικού προχριστιανικού πολιτισμού η έργα γλυπτικής και άλλης τέχνης ουδόλως απαντώσιν εν Τσαμαντά και τοις πέριξ.
Τουναντίον, Κυκλώπεια τείχη υπάρχουσι και εις άλλα πλησιόχωρα μέρη, και δη ουχί εις μεγάλην απόστασιν από του Τσαμαντά εις την θέσιν την επονομαζομένην Σίνου μεταξύ των χωρίων Λιδίζδα και Σμίνετζη.
Υπάρχει εκεί, εν ακεραίω σχεδόν, αρχέγονον φρούριον προϊστορικού συνοικισμού. Καθ' όλην την περιοχήν της υπό περιγραφήν κώμης μόνον εν ανάγλυφον απήντησα, εντετειχισμένον εις την προς τον νάρθηκα γωνίαν της Β. πλευράς του ναού της Μονής Καμύτζιανης. Εινε τούτο, κεφαλή ανδρός εκ λίθου συνήθους ουχί καλώς διατηρουμένη.

Και όμως μεθ' όλην την έλλειψιν ταύτην μνημείων Ελληνικού πολιτισμού ο καθηγητής Σεμιτέλος είχε διϊσχυρισθή ότι το Δωδωναΐον Μαντείον έκειτο άνωθεν της θέσεως Καμύτζιανη, ης διαστρεβλών τα όνομα την γράφει «Καμμυσανήν», την δε κώμην «Ζαμαντά» (η «Δωδώνη» υπό Λ. Βασιλειάδου εν τω Ηπειρωτ. Ημερολογίω τοϋ 1914 του Μ. Α. Οικονομίδου). Αγνοώ που στηρίζει την γνώμην του αυτήν ο Σεμιτέλος μη έχων υπ' όψιν το σχετικόν σύγγραμμά του
Ο ΑΘ. Α. Πετρίδης αφ' ετέρου υποτίθησι την Δωδώνην ως κειμένην μεταξύ Λιόψης, Λεια και Παλαιοπωλείου θεωρών τα χωρία αυτά ως λείψανα πόλεων των πάλαι πέριξ αυτής εθναρίων Ελλόπων, Ελλών και Σελών, το δε όρος Στουγάρα(Μουργκάνα), εις ου τους πρόποδας κείνται τα άνω χωρία, εκλαμβάνει ως τον πάλαι Τόμαρον. (Αραβ. Χρονογρ. της Ηπ. Σελ. 161).

Βεβαίως θα ητο τιμητικόν δια την γενέτειράν μου να είχεν εν τη περιοχή της η πλησίον που το σέβασμα τούτο της Θρησκείας της Ελληνικής αρχαιότητος. Αλλ' όμως ουδέν ουδαμού υπάρχει τι, εφ' ου μετά ποίας τίνος πιθανότητος να βασισθή τοιαύτη τις τολμηρά υπόθεσις.
Ουδέν ερείπιον, ουδέν εύρημα, ουδεμία επιγραφή, ουδέν εν γένει μνημείον απαντά ανά τα μέρη ταύτα, δυνάμενον να συνηγορήση οπωσδήποτε υπέρ της τοιαύτης γνώμης. Πως λοιπόν να υποστηριχθή ότι πλησίον του Τσαμαντά έκειτο η περιώνυμος Δωδώνη και το εν αυτή Μαντείον «όπερ νενόμισται αρχαιότατον των εν Έλλησι χρηστηρίων είναι» (Ήροδ. II. 52).

Εις το Δωδωναίον Μαντείον εφοίτων επί αιώνας εκ πάσης Έλλην. χώρας πολυάριθμοι «θεοπρόποι». Δεν ητο λοιπόν δυνατόν να έκειτο τούτο κεχωσμένον εις τόσον δύσβατον και απροσπέλαστον τόπον.
Όθεν, αφέντες το χρηστήριον τούτο να κείται εκεί που το ανεκάλυψεν η αρχαιολογική σοφία και η αξίνη του πολυΐδμονος Κ. Καραπάνου, όστις έφερεν εις φως τα πολύτιμα εκείνα αρχαιολογικά ευρήματα, τα οποία θαυμάζει σήμερον ο πεπολιτισμένος κόσμος εις την εν τω Αρχαιολογικώ Μουσείω Αθηνών «Αίθουσαν Καραπάνου», ας ενασχοληθώμεν με την τοπωνυμίαν της μονογραφουμένης κώμης.

 

Τσαμαντάς 1922
Νικόλαος Νίτσος