Ιδιωματισμοί

Αποκοιμήθηκε το καντήλι=έσβυσεν η προ των αγ. εικόνων λυχνία.
Ως εγένετο λόγος και εις προηγουμένας σελίδας, ο σεβασμός των κατοίκων προς τα ιερά σύμβολα της θρησκείας μας είνε τοιούτος, ώστε και δια την αυτόματον σβέσιν του προ των εικόνων καιομένου λύχνου εσχημάτισαν την άνω ιδιαιτέραν φράσιν προς ευλαβή διάκρισιν.

Απέθανε το μελίσσι.
Ενώ δι' όλα τα άλλα ζώα, έντομα κλπ. λέγουσιν «εψόφησε», επί των μελισσών μεταχειρίζονται το ρ. αποθνήσκω ως επί ανθρώπων. Και τούτο προέρχεται εκ της προς τα θεία μεγάλης των κατοίκων ευλαβείας, διότι η μέλισσα παράγει τον κηρόν, ούτινος μεγάλη και ποικίλη χρήσις γίνεται εν τε τοις ναοίς και καθ' όλας τας διαφόρους θρησκευτικάς τελετάς.

Μάλλιασ' η γλώσσά μου !
Εβαρύνθην, απέκαμα επαναλαμβάνων τα αυτά, όπως πείσω τινά να παραδεχθή την γνώμην μου και ν' ακολουθήση τας συμβουλάς μου. Η εικών ελήφθη εκ της στοιχειώδους βιομηχανίας των χωρικών, ριπτόντων εις μηχάνημα υδραυλικόν, καλούμενον «Νεροτρουβιά» (νεροτριβείον) και συνιστάμενον εκ κάδου, εις τον οποίον δι' ιδιαιτέρου ξύλινου σωλήνος κατέρχεται εξ ύψους ύδωρ, τα νεοποίητα και νεουργή μάλλινα υφάσματα των, ίνα καταστώσιν απαλώς χνοώδη (να βγάλουν μαλλί, κατά την επιτόπιον έκφρασιν) περιστρεφόμενα εντός του κάδου υπό της δυνάμεως του μεθ' ορμής κατερχομένου ύδατος. Όθεν κατ' αναλογίαν και η γλώσσα περιελισσομένη επί πολύ αδιακόπως εντός του στόματος δια της επαναλήψεως των αυτών, πάσχει, εν τη φαντασία του λαού, ότι και τα υφάσματα, ήτοι «βγάζει μαλλί».

Τρώγω γάλα,
και όχι πίνω γάλα, όπως λέγουν αλλαχού των Έλλην. Χωρών. Παρά τοις ορεινοίς και ποιμενικοίς κατοίκοις των μερών αυτών της Τσαμουργιάς το γάλα χρησιμοποιείται ως προσφάγιον, αποτελούν μετά του εξ αραβοσίτου άρτου το σύνηθες αυτών εδεσματολόγιον, όταν δεν περιορίζωσιν αυτούς οι περί νηστείας Κανόνες της Εκκλησίας εις μόνην την αρτοφαγίαν μετά οσπρίων και λαχανικών. Εντεύθεν η εναλλαγή της σημασίας του ρ. τρώγω=πίνω. Παρλ, Α' Κορινθ., θ', 7 «Τις ποιμαίνει ποίμνην και εκ του γάλακτος της ποίμνης ουκ εσθίει;»

Θα το κάμω κόκαλο
(ως υποκείμ. υπονοείται το αγγείον). Δηλ. θα το κενώσω εκ του εν αυτώ υγρού, ώστε να το καταστήσω εντελώς στεγνόν, άνικμον, απεξηραμένον ως οστούν.

Μ' έκαμε παρηγοριά =μ'εξέθηκε,
μ' έφερεν εις τοιαύτην θέσιν ώστε να προκαλώ των άλλων τον οίκτον, τα συλλυπητήρια (την παρηγορίαν).

’κους σημάδι ! επιφωνούν, όταν θέλουν να παραστήσουν τι ως τερατώδες και έκτακτον. Δηλ. ωσάν να λέγουν - "Ακούεις σημείον πράγμα θαυμαστόν και παράδοξον!»

Μ' έκαμε σημάδι=μ' εσπίλωσε, μ' ελέρωσεν.

Να του φέρουν τα μαντάτα !
δηλ. να φέρουν εις τους οικείους του την είδησιν του θανάτου του. Λέγεται ως αρά.

Αν σου δύνεται, κάμε μου αυτό που σου λέω.
 Αν ημπορής, αν σου ηνε δυνατόν (το των αρχαίων : ει εστι σοι δυνατόν), κάμε μου ότι σου συνιστώ, ότι σε παρακαλώ.

Δε μολογιούνται τα βάσανά μου !
Δηλ. τα βάσανά μου είνε τοσαύτα και τοιαύτα, ώστε είνε αδύνατον να τα «ομολογήση», να τα διηγηθή τις. Τα βάσανά μου είνε ανεκδιήγητα !

Κοπιάστε η κοπιάστε μέσα !
ορίσατε, έλθετε εντός του οίκου μου, παρακαλώ. Παρλ. το Γαλλικόν: Prenez la peine ! Φρ. ευγενούς προσκλήσεως.

Μα καρ κάνω δουλειά ;
Μήπως (μη γαρ) εργάζωμαι; Δια τους μεμφομένους εαυτούς επί αμελεία.

Να μαθ' από ταν τόρε
(ως ύποκειμ. εννοείται ο παις)=να μάθη να συνηθίση από τούδε.

Η μάνα δε μου κρένει ντότι
Η μήτηρ δεν έχει την δύναμιν να με καλέση, να με φωνάξη.

Εκα, να σε βαρέσω
Στέκα, στάσου να σε κτυπήσω.

Τι κάνει (ο δείνα); Είναι ψια σκαργιασμένος;
Πως έχει εις την υγίειάν του; Είνε οπωσδήποτε καλά;

Είναι δίπλα
Είνε κλινήρης, είνε ασθενής.

Είναι στο σιάδι.
Υπό την αυτήν ως η άνω σημασίαν.

Δεν έχει ανάκαρα !
Δεν ημπορεί να κάμη τίποτε, δεν είνε ικανός δι' ουδέν. Πόθεν το ανάκαρα αγνοώ, εκτός αν γείνη δεκτή η γνώμη ότι έχει σχέσιν με το αρχ έπιρ. «ανάκαρ», ήτοι δεν είνε ικανός να υψώση προς τα επάνω την κεφαλήν και επιχειρήση τι.

 

Τσαμαντάς 1922
Νικόλαος Νίτσος