Ιστορική επισκόπηση
Πότε συνεπήχθη ο εν τη νυν θέσει υπάρχων συνοικισμός του Τσαμαντά; Ουδέν Θετικόν
και ιστορικώς εξηκριβωμένον δυνάμεθα να είπωμεν επί τούτου. Ότι παλαιόθεν υπήρχεν,
εκτός του της Καμύτζιανης, και έτερος συνοικισμός επί της νυν τοποθεσίας του Τσαμαντά
κείται εκτός πάσης αμφιβολίας.
Ο συνοικισμός όμως ούτος φαίνεται ότι ευρίσκετο ολίγον τι ανατολικώτερον πέραν της
Αλίκουρης, εν τη υπέρ το παρεκκλήσιον του Αγίου Μάρκου τοποθεσία, τη γνωστή νυν
υπό το όνομα «Παλιουράτικο» ούση μάλλον αναπεπταμένη και ομαλωτέρα. Το τοιούτον
συνάγεται αδιαφιλονεικήτως εκ των εκεί ανακαλυπτομένων τάφων και ερειπίων οικιών.
Δυστυχώς γραπτά μνημεία, επί των οποίων ασφαλώς να βασισθώμεν, δεν έχομεν. Παλαιοί
Εκκλησιαστικοί Κώδικες, ως αλλαχού, δεν ευρίσκονται εν Τσαμαντά. Την παντελή έλλειψιν
τούτων αντικαθιστώσι στοιχειώδεις τινές επιγραφαί και χρονολογίαι εντετειχισμέναι
εις τους εξωτερικούς τοίχους η γεγραμμέναι επί του εσωτερικού των ναών, διάφοροι
σημειώσεις ατάκτως ερριμέναι επί των λευκών φύλλων των ιερών βιβλίων των Ακολουθιών
και γεγραμμέναι παρ' ιερέων και διδασκάλων κατά διαφόρους εποχάς και τίνα ιδιωτικά
ελλιπή ημερολόγια εν είδη στοιχειωδών απομνημονευμάτων, ως εκ Θαύματος περισωθέντα
μέχρι σήμερον.
Εκ πάντων τούτων, ων θα γίνη η προσήκουσα χρήσις, καθ' όσον προχωρεί η παρούσα συγγραφή,
συνάγεται ωρισμένως ότι συνοικισμός επί της σημερινής τοποθεσίας του Τσαμαντά υφίστατο
και πέραν των αρχών του ΙΖ' αιώνος.
Προκειμένου περί των εν Ηπείρω συνοικισμών και χωρίων δεν πρέπει ν' αντιπαρέλθη
απαρατήρητον και ασχολίαστον το εκπληκτικόν φαινόμενον της πυκνότητος αυτών ανά
μέρη συνήθως άγονα και αχάριστα προς τους ιδρώτας του γεωργού. Προκαλεί δικαίαν
ούτως απορίαν πως εις τόσον ορεινά, λεπτόγεια και ελάχιστα παραγωγά μέρη συνεπηγνύοντο
συνοικισμοί τόσον πλησίον αλλήλων. Και προς τα τέσσερα σημεία του ορίζοντος πέριξ
του Τσαμαντά υπάρχει αδιάκοπος άλυσις χωρίων ελάχιστα απ' αλλήλων διεστώτων. Ιδού
ονόματα τίνα των χωρίων τούτων: Σωτήρα, Λιντίζδα, Σμίνετζη, Γριάζδανη, Μάλτζιανη,
Πόβλα, Αχούρια, Φατήρι, Μπαμπούρι, Λεια, Γλούστα, Λίστα, Ζίτζα, Κρετζούνιστα κ.
ο. κ. προχωρεί συνεχής η σειρά. Εν τω μεταξύ δε αυτών υπάρχουσι λείψανα και άλλων,
ερειπωθέντων και εκλιπόντων δια διαφόρους αιτίας.
Και διερωτάται τις άπορών πως έζων οι κάτοικοι των πολυαρίθμων τούτων χωρίων, όσον
ευάριθμοι και αν υποτεθώσι, καθ' ην εποχήν εις τα μέρη ταύτα η έξωθεν εισαγωγή χρήματος
και τροφίμων ήτο όλως άγνωστος;
Την εξήγησιν του παραδόξου τούτου φαινομένου δίδει πως το λιτοδίαιτον των ανθρώπων
της παλαιοτέρας εποχής, αρκουμένων εις τα ελάχιστα φυτικά και ζωικά προϊόντα, δι'
ων εθεράπευον στοιχειωδώς τας απαραιτήτους ανάγκάς του βίου των.
Αυτοί εφηρμοζον εν τω βίω και τη διαίτη των ακριβέστατα το του Θεόγνιδος «Ουκ έραμαι
πλουτείν, ουδ' εύχομαι, αλλά μοι είη ζην από των ολίγων, μηδέν έχοντι κακόν». Και
δια την αμφίεσιν των ουδενός οι άνθρωποι εκείνοι είχον ανάγκην έξωθεν. Απλουστάτη
αύτη ούσα, αλλά και καλώς προσηρμοσμένη εις τας τοπικάς κλιματολογικάς συνθήκας,
παρεσκευάζετο επιτοπίως εκ των μαλλίων των αιγοπροβάτων, του λίνου και του σπάρτου.
Η νηματουργία και υφαντουργία του τελευταίου, χρησιμεύοντος αντί του βάμβακος δι'
ασπρόρουχα, επετελείτο μεθ' ικανής τέχνης.
Η πτωχεία και το λιτοδίαιτον των κατοίκων του Τσαμαντά και των πέριξ χωρίων και
το φυσικώς δύσβατον, άγριον και άγονον του εδάφους των μερών τούτων παρείχον αυτοίς
κατά την εποχήν της μαύρης επί Τουρκοκρατίας δουλείας το μέγα και επίφθονον πλεονέκτημα
ότι εκράτουν μακράν αυτών τους κρατούντας, οίτινες σπανιώτατα κατ' ανάγκην επισκεπτόμενοι
τα μέρη ταύτα άφηνον ησύχους και ανενοχλήτους τους ορεσιβίους και πτωχούς τούτους
ανθρώπους, τουθ' όπερ απετέλει επίζηλον ευδαιμονίαν εν τη εποχή εκείνη, καθ' ην
η μεγίστη μοίρα του Έθνους μας έστενεν υπό τον άμεσον και απηνή ζυγόν ατέγκτου και
απανθρώπου τυράννου!
Απηλλαγμένοι οι Τσαμαντιώται του τότε καιρού της προσπελάσεως συνεχώς και της παρουσίας
πλεονεκτικών και απλήστων τυράννων, απήλαυον εν γαλήνη σχετική και εν ανέσει των
αγαθών του βίου, όσα παρείχον αυτοίς ο ζωογόνος και ελαφρός των βουνών των αήρ,
τα κρυσταλλώδη και αείρροα νάματα των πολλών πηγών των, ο εξ αραβοσίτου άρτος, τα
λάχανα των κήπων των και τα αγριολάχανα των αγρών, το εκ των ποιμνίων γάλα και ο
τυρός, τα ολίγα όσπρια των φιλαργύρων αγρών των, σπανίως ολίγον κρέας μετά μικράς
ποσότητος εγχωρίου οίνου και... ουδέν πλέον! Τι τα ήθελον τα άλλα; Εις αυτούς εφηρμόζετο
ακριβώς ο,τι μεταγενεστέρως έψαλλεν ο ποιητής δια των εξής στίχων του :
Ζουν άλλοι εις άλλας
Τρυφάς και κραιπάλας,
Πλην εινε ο άρτος των δούλων πικρός!
Οι ορεινοί ούτοι, «ελεύθεροι, ως των βουνών των η αύρα», έζων κατά το δυνατόν ευτυχείς
διάγοντες τον πρωτόγονον και μακάριον φυσικόν εκείνον βίον, εις του οποίου, την
επαναστροφήν και επάνοδον προτρέπει ο J.J.Rouseau, εάν επιθυμή το ανθρώπινον γένος
να επανεύρη την ευδαιμονίαν του !
Τσαμαντάς 1922
Νικόλαος Νίτσος










