Τα Αλειφιάτικα


Περί του συνθηματικού γλωσσαρίου των χαλκογανωτών του Τσαμαντά και των πέριξ.


Εσημειώθη εις το οικείον μέρος του παρόντος βιβλίου οτι οι άνδρες του Τσαμαντά, ως επί το πλείστον, εξήσκουν παλαιόθεν την τέχνην του χαλκογανωτού (καλαϊτζή - καλαντζή). Οι ανήκοντες εις το επάγγελμα τούτο εσχημάτισαν εις εποχήν άγνωστον συνθηματικόν γλωσσικόν ιδίωμα δι' ου συνεννοούνται προς αλλήλους, χωρίς να γίνωνται καταληπτοί παρ' άλλων παρόντων η ακουόντων.
Οι Γανωτζήδες τού Τσαμαντά και των χωριών της Μουργκάνας, μιλούσαν και συννενοούνταν μεταξύ τους με τα αλειφιάτικα
Συνθηματικαί η μυστικαί γλώσσαι μνημονεύονται ανέκαθεν. Τοιαύτας έχουσι και οί Ευρωπαϊκοί λαοί, ως οι Γάλλοι το υπό το όνομα «Argot» γλωσσικόν ιδίωμα, και άλλοι άλλα υπό άλλα ονόματα. Και άλλαι τάξεις του Ελληνικού Λαού έχουσι τοιαύτα μυστικά ιδιώματα, ως οι άλλοτε εν ακμή όντες εμπειρικοί ιατροί του Ζαγορίου, οι οποίοι την εις τα διάφορα χωρία περιοδικήν εμφάνισίν των ανήγγελλον μεγαλοφώνως δια των : «Γιατρός καλός - Γιατρικά καλά !  Ζωή πουλώ - θάνατο αγοράζω», οι ράπται, οι κτίσται κλπ.

Εγώ ενταύθα θα σημειώσω τινά μόνον περί του εν χρήσει εις του Τσαμαντά γλωσσαρίου των «Καλαντζήδων», όπερ φέρει το ίδιαίτερον όνομα «Αλειφιάτικα» (εκ του αλειφιάς - γανωτής).
Το γλωσσάριον τούτο σύγκειται μόνον απο ονόματα, επίθετα και ρήματα, τα οποία σχηματίζονται και συντάσσονται, κατά τους κανόνας και τύπους της νεωτέρας Ελληνικής, εκ της οποίας εδανείσθη πολλάς λέξεις.
Στοιχειώδες το συνθηματικόν τούτο γλωσσάριον, αλλ' αρκετόν εις εκφρασιν τών χρησιμωτέρων και κοινοτέρων εννοιών, κινεί την περιέργειαν διότι εσχηματίσθη παρ' ανθρώπων ως επι το πολύ όλως αγραμμάτων, οίτινες εν τούτοις απέδειξαν γλωσσικήν δημιουργικότητα και γλωσσοπλαστικήν ιδιοφυΐαν, δυναμένας υπό άλλας περιστάσεις νά παρουσιάσωσιν αυτούς εφαμίλλους των σοφών κατασκευαστών της «Volapuek» η της «Esperanto

Αι εκ της Ελληνικής ληφθείσαι λέξεις ενεδύθησαν ευφυώς με παρηλλαγμένας εννοίας, αι οποίαι μόνον παρά τοις μεμυημένοις εις το γλωσσάριον γίνονται καταληπταί.
Ευφυής χρήσις πολλών λέξεων και φράσεων του εν λόγω γλωσσαρίου έγεινε κατά την διάρκειαν του τελευταίου Ευρωπαϊκού πολέμου εν τη αλληλογραφία των εν Αμερική πολυαρίθμων Τσαμαντιωτών και των εν γένει Τσιάμηδων μετά των εν τω πατρίδι οικείων.

Επειδή η διεθνής τότε λογοκρισία δεν επέτρεπε την μεταβίβασιν ιδιαιτέρων τινων ειδήσεων, σχέσιν εχουσών με επιστρατεύσεις και τα τοιαύτα, οι εξ Αμερικής γράφοντες Τσιάμηδες παρενείρον τεχνηέντως, σχετικάς λέξεις και φράσεις, ακατανόητους τοις αμυήτοις εις τα «Αλειφιάτικα». Του συνόλου των επιστολών τούτων όντος συνήθως γεγραμμένου εις Ελληνικήν χυδαίαν και ανορθόγραφον, αι ειρημέναι λέξεις και φράσεις διέφευγον την προσοχήν των λογοκριτών νομιζόντων οτι πρόκειται περί αθώων Ελληνικών λέξεων, κακώς γεγραμμένων και δυσαναγνώστων!

Βεβαίως αι διά του τρόπου τούτου μεταδιδόμεναι ειδήσεις εκ των ήδη εις τον πόλεμον κατελθουσών  Ηνωμ. Πολιτειών δεν ήσαν μεγάλης σημασίας και βαρύτητος. Αλλ' αδιάφορον. Παραμένει οπωςδήποτε βεβαιωμένον οτι ταπεινοί και απαίδευτοι Καλαντζήδες του Τσαμαντά εφενάκισαν και εξηπάτησαν την σοφήν και πολύμητιν διεθνή λογοκρισίαν, κατορθώσαντες να μεταδίδουν ειδήσεις απηγορευμένας.

Περισυλλέξας λέξεις και φράσεις τινάς του γλωσσαρίου τούτου έκρινα καλόν να τας παραθέσω κατωτέρω μετά της σχετικής ερμηνείας των.

 

Α'. Λέξεις.

1. Αλειφιάς, κασσιτερωτής, γανωτής, διότι, ως γνωστόν, οι εξασκούντες την τέχνην ταύτην επαλείφουσι κατά το γάνωμα δια κασσιτέρου τα χάλκινα μαγειρικά σκεύη και αγγεία.
2. Αλοιφή, έλαιον.
3. Βοζιόνω, βλέπω, εννοώ, γνωρίζω.
4. Γιαλακοζούμα, ο καφές, το αφέψημα του καφέ.
5. Γκόταινα, γυνή.
6. Γκότης, άνήρ.
7. Γκοτόπουλο, υιός, παιδίον.
8. Γράζω, εννοώ, καταλαμβάνω.
9. Ζουμερό, η σταφυλή.
10. Ζιούνα, χοίρος, όστις καλείται και δια της λ. μακρομύτης.
11. Καραφίνα, κεφαλή.
12. Καυτερή, η πυρά.
13. Κολοβός, στρατιώτης.
14. Κολίντρω, δεκάρα (νόμισμα).
15. Χουμπουρεύω, κλέπτω επιτηδείως.
16. Κομματιάρηδες, λεπτά (νόμισμα).
17. Κοντυλιάρης, διδάσκαλος (απο το κονδύλιον, την γραφίδα).
18. Κουβαλιστήδες, τα κοχλιάρια.
19. Κοφτερό, η σπάθη.
20. Κυδώνης, ο πρωκτός.
21. Λακαβέρηδες, τα λαχανικά.
22. Λαμποσιάρα, η Εκκλησία, ο ναός.
23. Λαμποσιάρικο, το Μοναστήριον.
24. Λαποτάρικο, το εκατοντάδραχμον.
25. Λασκάρι, ίππος.
26. Λάφτω, φεύγω, δραπετεύω.
27. Λαχτένι, κύων.
28. Λεβέργια, ενδύματα.
29. Λιανομματίνα, θυγάτηρ, νεάνις.
30. Μαγγόνω, κλέπτω, αρπάζω.
31. Μάσια, αι χείρες.
32. Μασκούτας, το ανδρικόν μόριον.
33. Μαυροκέφαλο, σφαίρα ντουφεκίου, το μολύβι.
34. Μαυρόκωλη, η χύτρα.
35. Μίντζιο, το γυναικείον αιδοίον.
36. Μουτσιεύω, συνουσιάζομαι, μοιχεύω, πορνεύω.
37. Μπάνικη, καλός, ή, όν.
38. Μπιτούσια, ο δια την λειτουργίαν άρτος, προσφορά, καρβέλα.
39. Μπουκέλια, βόες, αγελαδικά.
40. Μπριζόλα, εν γένει τα φαγητά.
41. Μύχο, μυς, ποντικός.
42. Ντόμος, πλούσιος, κύριος, επίσημος.
43. Πάτα, οίκος.
44. Πατσιαρός, Τούρκος.
45. Πατούμενα, οι πόδες.
46. Πασπάλη, άλευρον.
47. Πετσόνω, κτυπώ, πλήττω.
48. Σάλτωμα, κασσίτερος.
49. Σάπιο, ο εκ σίτου άρτος.
50. Σιορευτάρι, καπνός και σιγάρον.
51. Σιόρος, οίνος.
52. Σιορεύω, πίνω.
53. Σκαρίζω, κοιμώμαι.
54. Σκεφαρίτης, κρόμμυον (ως εκ της αφθόνου παραγωγής κρομμύων εν τω παρά τους Φιλιάταις χωρίω Σκέφαρι).
55. Σκοτεινή, η νύξ.
56. Σούμμα, πολύ, πολλά.
57. Σούψω, γαλή.
58. Σπυρωτά, σιτηρά, γεννήματα.
59. Τσαγκαδερά, αιγοπρόβατα.
60. Τσαντήλι, εσώβρακον.
61. Τσάπερο, η Δραχμή.
62. Τσιαχτάϊ, άρτος, φαγητόν.
63. Τσιαχταΐζω, τρώγω).
64. Τσιούκαλη, κρέας.
65. Τσιοκλάνι, γάλα.
66. Τσικνή, ρακή, οινόπνευμα.
67. Τρεχούμενο, ύδωρ, βροχή.
68. Φαρφάλης, γέρων.
69. Φαρφάλω, γραία.
70. Φτερωτή, όρνις.
71. Φλοερό, ο πόλεμος.
72. Φλώρο, τυρός.
73. Φρετσιόνω, αφοδεύω.
74. Φουσκοκοίληδες, φασόλια.
75. Φωτάω, γνωστοποιώ.
76. Φωτερή, η εργασία (εκ της λ. φωτιά, διότι των γανωτών η εργασία απαιτεί εν πρώτοις ν' ανάψωσι φωτιάν).


Β'. Φράσεις τινές.

1. Αν γράζη ο ντόμος, μας βοζιόνει και μας πετσόνει.= Να μη ηνε ο κύριος εντός, διότι μας συλλαμβάνει και μας κτυπά.
2. Γράζει ο ντόμος = να μη ηνε κανείς επίσημος εντός.
3. Γράζει μπάνικη = είναι καλή, ωραία.
4. Γράζει μουτσιευτάρα = είναι κατάλληλος προς σαρκικήν ηδονήν, εινε πόρνη.
5. Δε γράζει μπάνικη = δεν εινε καλή.
6. Θα μαγκώσω γκόταινα = θά λάβω γυναίκα, θα νυμφευφώ.
7. Θα αλμπανίσω του κολοβού = θα στείλω επιστολήν εις τον στρατιώτην.
8. Λάφτω δια φλοερό = φεύγω δια τον πόλεμον.
9. Λάφτομε να τσαχταΐσωμε = Μεταβαίνομεν εις το φαγείν.
10. Λάφτομε να χουμπουρέψωμε = Πηγαίνομεν να κλέψωμεν.
11. Λάφτομε να σκαρίσωμε = Πηγαίνομεν να κοιμηθώμεν.
12. Λάφτομε για φωτερή = Πηγαίνομεν προς εργασίαν.
13. Λάφτομε να σιορέψωμε = Πηγαίνομεν να πίωμεν.
14. Να αλμπανίσωμε μπριζόλα = Να παρασκευάσωμεν φαγητόν.
15. Να φωτερίσω φωτερό στην πάτα = θα γράψω επιστολήν εις τους εν τη οικία μου.
16. Να λάψωμε στο κουφαλιάρικο να σιορέψωμε γιαλακοζούμα και τσικνή = Νά υπάγωμεν εις το καφενείον, δια να πίωμεν καφέν και ρακήν.
17. Θέλει να την μαγκώση ενα μπάνικο γκοτόπουλο, μα η λιανομματίνα δεν το μαγκόνει = θέλει να την συζευχθη εις καλός νέος, αλλά η νέα δεν τον θέλει.
18. Λάφτομε στα τσαγκαδερά = να πάμε στα πρόβατα.
19. Μη μας τσιαχταΐσουν τα λαχτένια = να μη μας δαγκάσουν οι κύνες.
20. Λάψτε και τα πετσόνω εγώ = εμπρός και τα βαρώ εγώ.
21. Λάψομε στην πάτα να τσιαχταΐσωμε τσιαχτάϊ, φλώρο, να σιορέψωμε και σιόρο = Πάμε σπίτι να φάμε ψωμί και τυρί, να πιοϋμε και κρασί.
22. Λάψομε να μαγκώσωμε σπυρωτό, αλοιφή, τσιούκαλη = Πάμε να πάρωμε γέννημα, λάδι, κρέας.