Ενα ποίημα για το Βαβούρι
Ευλογημένη γη του Βαβουριού
Ευλογημένη γη του Βαβουριού,
συ που γέννησες πατεράδες,
αετούς περήφανους
και μανάδες σαν τα καθάρια νερά
του Βοϊδομάτη.
Μπαλκόνι της ένδοξης Μουργκάνας,
απ' όπου αγναντεύουμε τις νίκες της,
γονιοί και προγονοί μας.
Στα κρουσταλλένια σου ποτάμια,
νεράιδες λυγερόκορμες ξεπλέκουνε
μ'υπομονή,
τους ανεμοστρόβιλους της ζωής σου.
Οι καμινάδες των τζακιών σου,
θυμίαμα βασιλικού, κέδρου κι ελάτου,
στέλνουνε στον Ουρανό,
στον Πλάστη.
Το χιόνι απλώνεται στη σμιλεμένη πέτρα
κι αντάμα αγκαλιάζουν τα ζεστά κονάκια.
Τα γεμάτα όνειρα προσμονής
και λησμονιάς.
Καμπαναριά ηχούν και σμίγουνε,
με τα πορφυροχρώματα του δειλινού.
Βήματα βιαστικά της βάβως,
αργοσβήνουνε στα πέτρινα καλντερίμια.
Χάνονται σ' ένα κονάκι...
νοικοκυραίων.
Γιομάτο μυρωδιές ζεστού ψωμιού
και μόχθου.
Θαμπά μπακίρια και σινιά,
τους γανωτήδες τους προσμένουν.
Να δώσουν λάμψη κι αρχοντιά,
μα κείνοι λείπουν μακριά,
στα έρημα τα ζένα.
Ξεδόντιασαν τη γη σου
και πήραν απ' τα σπλάχνα σου
τα κούτσικα παιδιά σου.
Μακριά σε ξενιτιές πικρές και παγερές.
Μα εσύ στέκεις αγέρωχη,
του Βαβουριού Ευλογημένη Γη.
Πατρίδα κι αγκαλιά
για όσους ματαγυρίσουν.
Καντήλι ακοίμητο,
γι' αυτούς που δεν τα καταφέρουν...
Αλεξάνδρα Παπαπάντου - Κότερου
14 Απριλίου 2005