Αναμνήσεις απο το Τσαρακλιμάνι
Αναμνήσεις απο το Τσαρακλιμάνι, το βάλσιμο της Δέσης μετά απο 50 χρόνια
Οταν εφέτος τον ιούνιο βάζαμαν τη δέση με τους καλλιεργητές του κάμπου Θεόφιλο Χρήστου
από την Κορύτιανη και το Λάμπρο Παππά από τη Βρυσέλλα με έπιασαν ρίγη συγκινήσεως
από χαρά και λύπη καθώς στεκόμουνα στο πουρνάρι που σήμερα δεν υπάρχει. Το πήρε
και αυτό ο χρόνος. Οι αναμνήσεις μου γύρισαν στα παλιά χρόνια όταν ήμουνα μικρό
παιδί πριν από 65 χρόνια στο βάλσιμο της δέσης.
Σήμερα η δέση ξαναβάλθηκε στη θέση όπου έμπαινε κει τότε, αλλά με μηχανικά μέσα,
με μπουλντόζες και τσάπα και όχι με γαϊδάρες κλαρί από πλατάνια και φτέρες. Κάθησα
σε μια πέτρα, στην άκρη στο ποτάμι κοντά στο Σόμα και σαν μια ταινία μέσα στο μυαλό
μου γύρισε και αναπόλησα τα όμορφα παιδικά μου χρόνια. Κοίταξα προς το πουρνάρι,
όπου μαζεύονταν οι άντρες. Ερημιά... κοίταξα στην ποταμιά που μαζε
ύονταν
οι γυναίκες... τα ίδια. Και εκεί καμμια φωνή κανένα γέλιο. Στο βάλσιμο της δέσης
μαζεύονταν τρία χωριά, το Τσαρακλιμάνι του Λύκου και η Μπράνια 200 άτομα περίπου,
άντρες, παιδιά,γέροι, γυναίκες, κορίτσια από 16 χρονών και πάνω που μπορούσαν να
δουλέψουν. Οι άντρες και τα παιδιά μαζεύονταν στο πουρνάρι, οι γυναίκες στην Πλατανιά.
Αυστηρά τα έθιμα. Τότε μικρά παιδιά στην ηλικία μου των 10 ετών δεν έρχονταν από
του Λύκου και τη Μπράνια. Ητανε μακριά. Εμείς τα παιδιά του σχολείου του χωριού
μου, όταν έμπαινε η Κυριακή συνήθως δίναμε το «παρών». Για τα παιδιά ήτανε μεγάλη
χαρά, πραγματικό πανηγύρι η δέση. Έμπαινε τον ιούνιο που συνέπιπτε η πέμπτη και
η εκτη τάξη, να έχουμε διαγωνίσματα. Βάραγαν οι καμπάνες και στα τρία χωριά να μαζευτούν,
ο κόσμος ξεκίναγε καραβάνια. Αλλοι με φτυάρια, κασμάδες, τσεκούρια, κοπίδια σκεπάρνια,
πρόκες, ολόκληρα συνεργεία. Εμείς τα παιδιά τρέχαμε μπροστά απ' όλους να βρεθούμε
μπροστά στη δέση, το βάλσιμο της δέσης ήταν ιεροτελεστία.
Θα έμπαινε το νερό που θα πότιζε στα τρία χωριά τους κάμπους, 1.000 στρέμματα, που
θα δίνανε τα καλαμπόκια για ψωμί, που έθρεψε γενιές και γενιές, διότι τρώγαμε ψωμί
μπομπότα, τα νόστιμα ξερά φασόλια , τις ντομάτες, μελιτζάνες, τα ξερά κρεμμύδια,
τα στενοφάσουλα, να νοστιμότατα κόκκινα ζαγορίσια φασόλια, που χάθηκε ο σπόρος με
τους πολέμους, τα μυρωδάτα πεπόνια τα ζιαλέγκουρα, τις παραδοσιακές ροδακινιές,
που μοσχοβόλαγαν, συκιές κάθε κήπος και συκιά, σταφύλια στα δέντρα, οι κάμποι ήταν
ένας επίγειος παράδεισος. Οι άντρες κόβαν τις γαϊδάρες που τις ενώνανε και τις βάζανε
θηλυκιά και αρσενικιά σχηματίζοντας κατά μήκος του ποταμού καμπύλη περίπου εκατό
μέτρων. Περνάγανε τα περαστάρια (μαδέρια), τα καρφώνανε και οι γυναίκες κόβανε και
κουβαλάγανε το κλαρί και τη φτέρη. Τα δίνανε στους άντρες που τα βάζανε με τη φούντα
προς τα κάτω. Κατόπιν ρίχνανε χώμα με τα φτυάρια να ρουπώσει.
Οσο φούσκωνε το νερό πολλές φορές τις χτύπαγε ώς τη μέση, διστάζανε οι καϋμένες
να προχωρήσουν και τους φώναζε ο Μητρολέτσας από του Λύκου. Ακόμα η φωνή του αντηχεί
στ' αυτιά μου: Μπείτε μέσα γυναίκες. Σαν παιδί περιεργαζόμουν τους ξένους Λυκιώτες
και Μπρανιώτες, τους πολύ ψηλούς και τους πιο κοντούς. Θυμάμαι τον αείμνηστο Γιώρη
Λιάκο από τ' αχούρια του Λύκου.Ηταν ο πιο ψηλός. Φόραγε ένα σακάκι από το ένα μανίκι
και το άλλο κρεμότανε με το φτυάρι στην πλάτη, το Σπύρο Σιούλης, επίσης από τ' αχούρια
του Λύκου με τα παντελόνια μαζεμένα ώς το γόνα στην κατοχή ξυπόλητος.
Στην κατοχή όλοι ξυπόλητοι ήμασταν. Από τη Μπράνια οι πιο κοντοί, οι Παπουλαίοι
Κίτσο Παπούλης, Γιώρη Παπούλης, Κώστα Παπούλης. Από του Λύκου Γιώρη
Λέτσα, τον Τσίλη Ραύτη, Αντώνη Τούλη, που τώρα δεν υπάρχουν πια. Ο μόνος που ζει
είναι ο Αντώνης Ράπτης από του Λύκου. Από το χωριό μου ο Μήτρο Βαϊσμένος, ο Ποστόλης
Λιάκος, ο Τσιληνάσιος, ο Βαγγέλης Μπότσης, ο Νικόλα Μαρέτσης, ο Τσιάβο Σωτήρης.
Αυτός πάντα καθόταν με τις γυναίκες στην ποταμιά. Τους κουβάλαγε νερό να πιουν με
την κολοκύθα. Μιχάλης Βγένης, Γιώρη Γαμπρός πάπου Τέλης. Μόλις ξεκίναγε το νερό
στ' αυλάκι, που ήτανε καλά καθαρισμένο και μπροστά τρέχαμε ξυπόλητα φωνάζοντας χαρούμενα:
έρχεται το νερό. Και διένυε δύο χιλιόμετρα μέχρι που έπεφτε στον Μύλο. Το αυλάκι
έφτανε τα 7 χιλιόμετρα μήκος, μέχρι την Αγία-Μαρίνα.
Σήμερα από τη γενιά του 40 και της Κατοχής και από τα τρία χωριά λίγοι μείνανε,
μετρημένοι στα δάχτυλα. Δοξάζω το Θεό που με αξίωσε να ζήσω, να ξαναδώ τη δέση βαλμένη
και το νερό στο αυλάκι όπως παλιά να χύνεται στο μύλο. Μέρες αξέχαστες, χαρούμενες,
ξένοιαστες και ευτυχισμένες, τότε και σήμερα.
Μιχάλης Λάμπρου
Πρόεδρος Καλλιθέας (πρώην Τσαρακλιμάνι)