Βρίσκεστε εδώ: 

>> 2004  >> Νοέμβριος 

Πρόταση για συνέδριο στον Τσαμαντά Θεσπρωτίας

 

Θέμα του Συνεδρίου:

Κοινή ευρωπαϊκή πολιτιστική κληρονομιά μουσεία, σύνορα, πολιτιστική αντίληψη και επικοινωνία μεταξύ παραμεθορίων περιοχών


Kοινότητα Τσαμαντά, Θεσπρωτίας, Ηπείρου
Ελλάδα (15-16 Σεπτεμβρίου 2005)

Τα Τμήματa Ευρωπαϊκών Περιφερειακών Σπουδών και Εθνολογίας, στο Κέντρο Ευρωπαϊκών Σπουδών (KEΣ) του Πανεπιστημίου West of England (Δυτικής Αγγλίας, (UWE) στο Μπρίστολ, επιθυμούν να δημιουργήσουν ένα φόρουμ ανταλλαγής ιδεών καθώς και ένα δίκτυο συνεργασίας για την διερεύνηση της λειτουργίας των μουσείων στις παραμεθόριες περιοχές και για την προβολή της πολιτιστικής κληρονομιάς. Σκοπός είναι να οργανωθεί μια διάσκεψη στρογγυλής τραπέζης, βασιζόμενη στις συνεχείς δραστηριότητες του ΚΕΣ στην κοινωνική και οικονομική εξέλιξη των συσσωρεύσεων της περιφέρειας σε μικρο-επίπεδο (Δημήτριος Kωνσταντακόπουλoς), Ευρωπαϊκή εθνολογία και πολιτιστική πολιτική (Sarah Blowen and Ullrich Kockel), διαχείριση σχεδίου για τον Ευρωπαϊκό πολιτισμό (Alan Kilday) και διακρατική συνεργασία (Ann Kennard).

Το συνέδριο θα σχεδιαστεί ώστε να διευκολυνθεί ο διάλογος καθώς και η κατανόηση ειδικών πολιτιστικών θεμάτων για πολιτικές οικονομικής αναγέννησης στις παραμεθόριες περιοχές μέσα σε ένα ευρύτερο κοινωνικό, οικονομικό, πολιτικό και πολιτιστικό πλαίσιο. Οι κύριες προσδοκίες του συνεδρίου είναι οι εξής:

  • να πραγματοποιήσει μια αποστολή πραγματογνωμοσύνης στο Μουσείο Λαογραφίας του Τσαμαντά με συμβουλευτικό-νουθετικό χαρακτήρα
  • να ερευνήσει την λειτουργία των μουσείων στις παραμεθόριες περιοχές για την προβολή της τοπικής οικονομικής ανάπτυξης, την πολιτιστική αντίληψη, και σε μερικές περιπτώσεις, να διευκολύνει την εύρεση λύσεων στις διαφωνίες
  • να εκτιμήσει πως τα μουσεία της παραμεθορίου θα μπορούσαν να ενισχύσουν την παρουσία τους στη σύγχρονη κοινωνία και εξετάσει πως οι καινούριες τεχνολογίες ενημέρωσης και τηλεπικοινωνιών θα μπορούσαν να τα συνδέσουν με τις κοινωνίες της διασποράς
  • να φέρει μαζί συνεργάτες (ειδικούς μουσείων και άλλους) από την Ευρώπη και να συζητήσουν θέματα αξιοποίησης πολιτιστικής κληρονομιάς
  • να προτείνει όσο το δυνατόν καλύτερες μεθόδους που θα μπορούσαν να εφαρμοστούν και σε άλλα παρόμοια πολιτιστικά ιδρύματα στις παραμεθόριες περιοχές
  • να συντάξει μια έκθεση η οποία θα υποβάλλει συστάσεις-εισηγήσεις για την πολιτιστική ανάπτυξη του χωριού και της ευρύτερης περιοχής

Επομένως, σε αυτόν το διάλογο θα συμμετάσχουν ειδικοί στην τοπική/ περιφερειακή ανάπτυξη και στην ανάπτυξη των μουσείων. Η μικρή, διακεκριμένη ομάδα θα περιλαμβάνει ειδικούς μουσείων, σχεδιαστές πολιτικής, ειδικούς στην πολιτιστική ανάπτυξη, ακαδημαϊκούς Ευρωπαϊκών Σπουδών, δημοσιογράφους, και τοπικούς διοικητικούς παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων και παραγόντων από την γειτονική Αλβανία. Μεταξύ αυτών θα είναι ο Hugues de Varine, ένας διεθνώς αναγνωρισμένος έφορος αρχαιοτήτων, συγγραφέα και πολιτιστικό διευθυντή ο οποίος διευθύνει το ASDIC conseils et services en developpement local, στην Γαλλία, εκπροσώπους μουσείων που εργάζονται πάνω στις διακρατικές ρυθμίσεις όπως είναι το δίκτυο μουσείων χωρίς σύνορα (Musée sans Frontières) στα γάλλο-γερμανικά σύνορα, από το μουσείο Frauenau Glass στα σύνορα Γερμανίας και Τσεχίας και o Σωτήριος Ζούλαs, αναπληρωτής καθηγητής επικοινωνίας και διευθυντήs του Τμήματος Τέχνης Επικοινωνίας του Eastern Nazarene College στo Quincy τηs Mασσαχουσέττηs.

Η διάσκεψη (15-20 συμμετέχοντες) θα οργανωθεί από κοινού από το ΚΕΣ με την υποστήριξη του δήμου Φιλιατών, της κοινότητας Τσαμαντά, της Αδελφότητας Τσαμαντιωτών Αγ. Γεώργιος του Worcester, MA, Αμερικής, και το Μουσείο Λαογραφίας του Τσαμαντά (και σε συνεργασία με τα πανεπιστήμια Ιωαννίνων και Αιγαίου). Οι κύριες σύνοδοι δύο (2) ημερών θα πραγματοποιηθούν στους χώρους του Μουσείου Λαογραφίας του Τσαμαντά τον Σεπτέμβριο του 2005.

Ιστορικόν

Ευρισκόμεθα σε μια περίοδο εις την οποίαν το άνοιγμα των συνόρων στην Ευρώπη και η μελλοντική διεύρυνσή τους, καθώς και οι πολλές αλλαγές στον πολιτικό, οικονομικό και πολιτιστικό τομέα επηρεάζουν τις κοινωνίες και τις κοινότητες που διαβιώνουν στις παραμεθόριες περιοχές. Τα γεγονότα αυτά συχνά οδηγούν σε σύγκρουση και έντονο ανταγωνισμό∙παραδείγματος χάριν, όταν φτηνά εργατικά χέρια « εισάγονται » από πρώην κλειστά γειτονικά σύνορα. Αυτές οι σημερινές πιέσεις και ανησυχίες δημιουργούνται συχνά παρά το γεγονός ότι οι κοινότητες στις δύο μεριές των συνόρων έχουν κοινή παράδοση και τρόπο ζωής ή ότι ανήκουν στην ίδια φυλετική ομογένεια. Κοινά αισθήματα αλληλεγγύης, του παρελθόντος, έχουν εξαφανιστεί κάτω από την επιρροή της διαιρούμενης ιστορίας, της πολιτικής προπαγάνδας και της γενικότερης λήθης.

Τα πολιτιστικά ιδρύματα παίζουν έναν καθοριστικό ρόλο στην οικονομική ανάπτυξη πολλών περιοχών, των οποίων ο τουρισμός αντικαθιστά, με αύξοντα ρυθμό, τη βιομηχανική και αγροτική απασχόληση. Συχνά τα οικονομικά οφέλη από την εκμετάλλευση της τοπικής ή περιφερειακής πολιτιστικής κληρονομιάς που εμφανίζονται στο προσκήνιο από την προαναφερθείσα ανάπτυξη, σε μερικές περιπτώσεις, εξυπηρετούν μόνο στην επιδείνωση των προϋπάρχουσων εντάσεων και διαμαχών.

Τα μουσεία είναι πολιτιστικά ιδρύματα στα οποία ανατίθεται όλο και περισσότερο η αποστολή να εξηγήσουν και να επικοινωνήσουν όχι μόνο με το παρελθόν, αλλά και το παρόν και το μέλλον. Επομένως θεωρούνται ιδανικά για να προωθήσουν την πολιτιστική κατανόηση: όχι μόνο μέσω των επιδείξεών τους, αλλά και μέσω του διοικητικού ύφους, της θεωρητικής υποστήριξης, της χρηματοδότησης και της διοίκησής τους.

Με βάση αυτό το διαλογισμό το συνέδριο ετούτο ελπίζει να συνεργαστεί με την ελληνική αρχή του χωριού Τσαμαντά για να ερευνήσει το ρόλο του μουσείου τους στην μελλοντική ανάπτυξη της περιοχής. Το χωριό Τσαμαντάς είναι τοποθετημένο στα ελληνο-αλβανικά σύνορα στην ορεινή περιοχή της Ηπείρου, στο νομαρχιακό διαμέρισμα της Θεσπρωτίας στης Ελλάδα και από πολλές απόψεις η ιστορία του είναι μέρος αυτής των Βαλκανίων, αλλά και της Ευρώπης επίσης. Το απρόσιτο είναι ένας παράγοντας για την δημιουργία της μικροοικονομίας του χωριού, η οποία είναι βασισμένη γύρω από την εθνική ομαδοποίησή του. Επίσης, η απόμακρη τοποθεσία του το έχει βοηθήσει να συντηρήσει την ισχυρή πολιτιστική του ταυτότητα μέχρι σήμερα.

Η Ήπειρος είχε την τύχη να βρίσκεται στο κατώτατο σημείο της ταξινόμησης των περιοχών της Ευρωπαϊκής Ένωσης με συνέπεια την καθυστέρηση της ένταξης της περιοχής στην ευρωπαϊκή οικονομία. Εντούτοις η πτώση του κομμουνισμού, ο εκδημοκρατισμός και η υιοθέτηση της καπιταλιστικής ελεύθερης αγοράς από την γειτονική Αλβανία τη δεκαετία του ‘90, δημιούργησαν τα κύματα εσωτερικής μετανάστευσης τόσο στην περιοχή όσο και στην υπόλοιπη Ελλάδα, γεγονός το οποίο δημιουργεί ένα νέο σύνολο προβλημάτων. Η αυξανόμενη μετανάστευση της εργασίας από τη γειτονική Αλβανία στην Ήπειρο και στη νομαρχία της Θεσπρωτίας ειδικότερα, δημιουργεί νέες και μεταβαλλόμενες ιεραρχίες στον εργασιακό τομέα οι οποίες υποσκάπτουν την ενσωμάτωση της περιοχής στον εθνοκρατικό σχηματισμό.

Οι Αλβανoί εργαζόμενοι που κατέχουν τις ανειδίκευτες θέσεις στους τομείς της γεωργίας και των υπηρεσιών στην Ήπειρο και στην υπόλοιπη Ελλάδα, στέλνουν τα εμβάσματά τους πίσω στην Αλβανία φαινόμενο που έχει βοηθήσει το ισοζύγιο πληρωμών της χώρας και έχει αποτρέψει την οικονομική κατάρρευση. Παράλληλα η τοπική οικονομία της Ηπείρου βελτιώνεται με την χρήση φτηνών εργατικών χεριών από τον γειτονικό πληθυσμό. Ενσωματώνεται επίσης στα υπόλοιπα Βαλκάνια και αυτό ενισχύεται με τη διαδικασία του εκσυγχρονισμού που πραγματοποιείται στις ευρύτερες περιοχές καθώς επίσης και από την κεφαλαιοκρατική επέκταση υπό μορφή διασυνοριακής επένδυσης. Είναι εμφανές ότι, κατά τα πρώτα έτη του 21ου αιώνα, οι παλαιές ιστορικές περιστάσεις και οι διεθνής διαδικασίες διαμορφώνουν την πολιτική οικονομία της νοτιοανατολικής Ευρώπης γενικά, και της Ηπείρου ειδικότερα, με έναν δραματικό τρόπο. Μετά από τις δεκαετίες διαχωρισμού οι ορεινές αυτές κοινωνίες και στις δύο πλευρές των συνόρων πρέπει να αντιμετωπίσουν τη νέα πραγματικότητα που φέρνει μεν τη δυνατότητα μιας πιο στενής επαφής αλλά μπορεί και να δημιουργήσει σύγκρουση και αντιπαλότητα. Υπάρχει επομένως ανάγκη για μια πιο λεπτομερή έρευνα για την περιφερειακή και μικρο-επιπέδου προοπτική που θα μπορούσε να αποκαλύψει τις αναδυόμενες κοινωνικές, πολιτιστικές και οικονομικές σχέσεις, απαραίτητες  χτίζοντας μια καλύτερη εικόνα στην οικονομική τροχιά της νοτιοανατολικής Ευρώπης.


Το Λαογραφικό Μουσείο του Τσαμαντά

http://www.uwe.ac.uk/hlss/languages/research/staff/dk/intro.html
http://www.tsamantas.com

Το μουσείο ιδρύθηκε το 1983 από τον λαογράφο, συγγραφέα και ποιητή Κώστα Ζούλα (βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών). Περιέχει μια συλλογή των παραδοσιακών εργαλείων, των οργάνων, των κοστουμιών, των εγγράφων και άλλων στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν από τους χωρικούς. Το μουσείο στεγάζεται μέσα σε ένα παραδοσιακό κτίριο που ήταν κάποτε το δημοτικό σχολείο του χωριού. Το μουσείο διαδραματίζει έναν σημαντικό ρόλο σε σχέση με τη διατήρηση, τη συντήρηση και την προώθηση των λαογραφικών παραδόσεων και του πολιτισμού. Έχει αναπτύξει επίσης έναν εκπαιδευτικό ρόλο, παρέχοντας στους σπουδαστές, τους ερευνητές και τους ακαδημαϊκούς μια πολύτιμη γνώση για την εξέλιξη της πολιτιστικής κληρονομιάς της περιοχής. Έχει συμβάλει σε πολλές εθνικές και διεθνείς εκθέσεις, σεμινάρια και άλλες πολιτιστικές εκδηλώσεις, προάγοντας με αυτόν τον τρόπο την πλούσια κληρονομιά της.

Σύμφωνα με το Σύνταγμα, το μουσείο είναι ένας κοινωφελής, μη κερδοσκοπικός οργανισμός (αναγνωρισμένος από το ελληνικό Υπουργείο Πολιτισμού). Εντούτοις, η χρηματοδότηση του Υπουργείου ικανοποιεί μόνο ένα πολύ μικρό μέρος των αναγκών του. Αυτή η έλλειψη πόρων καθώς και ειδίκευσης περιορίζουν την προβολή και την περαιτέρω ανάπτυξη του μουσείου. Ωστόσο, ο πολιτιστικός σύλλογος του Τσαμαντά έχει δημιουργήσει έναν ιστοχώρο στο Διαδίκτυο, ώστε να καταστήσει εφικτή τη σύνδεση του χωριού με την διασπορά στην Ελλάδα, την υπόλοιπη Ευρώπη, τις Ηνωμένες Πολιτείες (Worcester Mass) και την Αυστραλία (Μελβούρνη).

Οποιαδήποτε οικονομική ενίσχυση για την πραγματοποίηση αυτού του συνεδρίου στρογγυλής τραπέζης θα ήταν πολύ χρήσιμη και επίκαιρη.

Αυτή η πρόταση εκπονήθηκε από τον Δημήτριο Κωνσταντακόπουλο και την Sarah Blowen του Κέντρου Ευρωπαϊκών Σπουδών, του Πανεπιστημίου West of England, Μπρίστολ (Απόδοση στα ελληνικά από τον Παναγιώτη Πετρή).


top

Εκτύπωση Νοέμβριος Common European Heritage